Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΟΣ

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΟΣ:

1. Η αρχή της αναλογικότητας έχει αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο. Ευρωπαϊκών .Κοινοτήτων(Δ.Ε.Κ),ως «γενικώς αποδεκτός κανόνας δικαίου» και ως «γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου» Η κοινοτική αρχή της αναλογικότητας[1] επιβάλλει τόσο στα κοινοτικά όργανα όσο και στα κράτη μέλη, έναν περιορισμό στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, απαιτώντας τα μέτρα που υιοθετούνται να βρίσκονται σε εύλογη σχέση, δηλαδή σε αναλογία, προς το επιδιωκόμενο από αυτά αποτέλεσμα.

Η εν λόγω κοινοτική αρχή τηρείται, όταν το υιοθετούμενο μέτρο είναι κατάλληλο ενόψει του επιδιωκόμενου από αυτό σκοπού και είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή είναι απολύτως επιβεβλημένο ή απαραίτητο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δεν υπάρχει λιγότερο επαχθές μέτρο μεταξύ εκείνων που δύνανται να επιτύχουν το αυτό αποτέλεσμα. Στην τελευταία περίπτωση, όπου υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων μέτρων, πρέπει να εξετάζεται το υιοθετούμενο μέτρο εν συγκρίσει προς τα άλλα επίσης καταρχήν κατάλληλα μέτρα, ώστε να διαπιστωθεί μήπως τα μειονεκτήματα που επέρχονται είναι μεγαλύτερα από τα πλεονεκτήματα. Η κοινοτική αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται πάντοτε ακόμα και όταν έρχεται σε αντίθεση με την εθνική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ 1 Σ..)

Η εθνική αρχή της αναλογικότητας είναι πάντοτε εφαρμοστέα στο σημείο που δεν θίγεται η αρχή αναλογικότητας; του κοινοτικού δικαίου.

Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη», σκοπείται δε με αυτή η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που ορίζονται με τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του (Ολ. ΑΠ 2/1997). Η με τη διάταξη αυτή καθιερούμενη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρο παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας[2]. Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως ως ισχύουσα από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή την 18.4.2001 (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β΄), απαιτεί όπως οι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας[3] του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό.(ΑΠ 10/2003 Ολ).

Αμφισβητείται αν ή κρίση του δικαστηρίου περί του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.( Βλ. καταφατικά. σε Ζέπο, Ενοχικό Δίκαιο σ. 759, αρνητικά σε. Καυκά, Ενοχικό Δίκαιο 932-933 § 2 σημ. 4, Φίλιο Ενοχικό Δίκαιο 693, ΑΠ Ολομ. 444/1964 ΝοΒ 12, 1075, ΑΠ 582/1967 ΝοΒ 16, 177, ΑΠ 355/ 1966 ΝοΒ 15, 120, ΑΠ 555/1974 ΝοΒ 23, 144, ΑΠ 440/1975 ΝοΒ 23, 1228, ΑΠ 856/1976 ΝοΒ 25, 205, ΑΠ 1336/1976 ΝοΒ 25, 935.)και μάλιστα σε εφαρμογή της «αρχής της αναλογικότητας».

Το ζήτημα αυτό αποτελεί ,μετά τις διακυμάνσεις της εθνικής μας νομολογίας, θέμα που θα επιλυθεί τελικώς από την Πλήρη Ολομέλεια του ΑΠ μετά την με αριθμό 41/2007 Απόφαση της τακτικής Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί από τα Δικαστήρια η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στη υπόθεση Λιοναράκη κατά Ελλάδος[4] (Απόφαση της 5.7.2007 (Αριθ. Προσφυγής 1131/05) με την οποία κρίθηκε το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολές της τιμής διά των τηλεοπτικών μέσων, αρχή της αναλογικότητας και αναιρετικός έλεγχος του Αρείου Πάγου. Η δικαστική απόφαση κατά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για δυσφήμηση πρέπει να εμφανίζει μία εύλογη σχέση αναλογικότητας με την προσβολή της υπόληψης. Στο ύψος της επιδίκασης της χρηματικής αυτής ικανοποίησης το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίζει την προσωπική κατάσταση του εναγομένου και κυρίως τους μισθούς και τα εισοδήματα του, όπως αυτά προκύπτουν από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης. Η επιδίκαση από τα εσωτερικά δικαστήρια «μίνιμουμ χρηματικής αποζημίωσης» στερεί τον διάδικο από τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η βλάβη που υπέστη ήταν ενδεχομένως κατώτερη του ποσού αυτού[5].

Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο το Δημόσιο δεν φέρει ευθύνη για την ζημία που προκλήθηκε από αποφάσεις των Δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 99 του Σ ,έχει ευθύνη το Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ για την παραβίαση της ΕΣΔΑ και υποχρεώθηκε σε αποζημίωση. Έτσι με τη απόφαση αυτή ανατρέπεται η επικρατήσασα στην θεωρία και την νομολογία άποψη περί του ανεύθυνου του κράτους για τις ενέργειες των δικαστικών οργάνων εν όψει της διατάξεως του συντάγματος του άρθρου 99 για την ατομική ευθύνη των δικαστικών λειτουργών λόγω κακοδικίας.-

2. Η νομολογία .για τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας έχει διάφορες διακυμάνσεις που επιγραμματικά είναι οι ακόλουθες:

2.1.- Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Κατά την μέχρι σήμερα κρατούσα άποψη :Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(βλ ΣΤΕ 1042/2007)ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανά δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξή του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν` αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής αποζημιώσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει, και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 163/2007, 1670/2006).

2.2.: Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στη οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη η ψυχική οδύνη. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της Α.Κ. 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού. Και ορίζεται μεν από το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος ότι: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... . Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Όμως η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς, αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογη περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ` ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει, ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να προβεί σε προσδιορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στα πλαίσια της Α.Κ. 932, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη. Επομένως δικαστική απόφαση που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και μέσα στα πλαίσια που αυτά παρέχουν. Αλλά όπως στην αρχή της παρούσας σκέψεως εκτέθηκε το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση απ` αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 Α.Κ. το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση απ` αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ (βλ.ΑΠ 1255/2007).

2.3.:Εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την παράνομη ενέργεια ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον στις περιπτώσεις εκείνες που προβλέπεται ειδικώς από διάταξη νόμου (άρθρα 928 εδαφ. β` και 929 εδαφ. β` Α.Κ.) (βλ. ΣτΕ 2796/2006 7μ., Α.Π. 18/2004 Ολ, 61 και 900/1991). Περαιτέρω, ο αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου, δικαιούται επί πλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη, κατά την ουσιαστική, περί του ζητήματος τούτου, κρίση των δικαστηρίων της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται κατ` αναίρεση, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (ΣτΕ. 2256/2006, 2727/2003, 1222,1223/2002, 740/2001, 2463/1998). Ελέγχεται, όμως, κατ` αναίρεση η κρίση των δικαστηρίων της ουσίας αν, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, ελήφθησαν υπόψη περιστατικά που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσης αυτής ή αν δεν συνεκτιμήθηκαν γεγονότα τα οποία είχαν τεθεί υπόψη τους και τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως (ΣτΕ 2796/2006 7μ).

Επίσης, η σχετική κρίση των δικαστηρίων της ουσίας ελέγχεται και ως προς το εάν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια ότι τα δικαστήρια της ουσίας δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζουν την απαξία της παράνομης πράξεως, παραλείψεως, υλικής ενέργειας ή παραλείψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας με την επιδίκαση ασήμαντα χαμηλών ποσών, ούτε να καταλήγουν με ακραίες εκτιμήσεις, στον υπέρμετρο πλουτισμό του ενός μέρους. (Σ.τ.Ε.1915/2007, 2256/2006. πρβλ. Α.Π. 43/2005). Τέτοια αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δεν έχει ο εμμέσως ζημιωθείς τρίτος (Σ.τ.Ε. 2796/2006 7μ., Α.Π. 18/2004 Ολ.)

2.4.-: Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την αρχή της αναλογικότητας[6], επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά την στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκομένου σκοπού. Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως επιδικάζοντας ασήμαντα χαμηλό ποσό[7], ούτε να καταλήγει, με ακραίες εκτιμήσεις, στον υπέρμετρο πλουτισμό του ενός μέρους, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό του νομοθέτου που απέβλεψε στην αποκατάσταση της τρωθείσης με την αδικοπραξία κοινωνικής ειρήνης (βλ ΣΤΕ 3256/2006. Α.Π. 43/2005[8] Βλ και :Α.Κλειδωνοπουλος (Δ/ΝΗ 2007/1607)Η Αρχή της Αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντ): Ελέγχονται αναιρετικά οι δικαστικές αποφάσεις για τη μη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και μάλιστα με απ΄ευθείας εφαρμογή της και ειδικότερα για το "εύλογο" ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ).Σχετική .Νομολογία.: ΑΠ 132/2006[9], ΑΠ (ΟΛΟΜ) 43/2005, ΣΤΕ 2938/2005.).

2.5.-Ήδη η τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 41/2007 Απόφαση της παρέπεμψε στη πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα αν η αναλογικότητα, ως υπερνομοθετική αρχή, ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθμού. 1 και 19 ΚΠολΔ, ώστε να ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εύλογο ή όχι του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε ή η αναλογικότητα είναι ερμηνευτική αρχή, οπότε δεν ιδρύεται μ΄ αυτή λόγος αναίρεσης.

2.6.- Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την  με αριθμό 11-1/2007 ΕΔΔΑ απόφαση του
(Υπόθεση Μαμιδάκης κατά Eλλάδος) έκρινε (ΒΛ ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2007/855) ότι :
Η επιβολή στον προσφεύγοντα διοικητικού προστίμου για λαθρεμπορία, προβλεπομένου από του
τελωνειακού κώδικα. Επικύρωση προστίμου από τα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια.
Απόρριψη αιτίασης του προσφεύγοντος ότι τα διοικητικά δικαστήρια που τον έκριναν δεν έλαβαν υπόψη
τις θεμελιώδιες εγγυήσεις που καθιερώνει το άρθρο 6 της σύμβασης, μεταξύ των οποίων και
το τεκμήριο της αθωότητας, εφόσον ο προσφεύγων έτυχε μιας κατ` αντιμωλίαν διαδικασίας
και προέβαλε όλα τα κατ` εκείνον προσήκοντα επιχειρήματα, το γεγονός δε ότι δεν ελήφθη υπόψη
η μη άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια παράβαση δεν συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου
αθωότητας. Κρίση όμως ότι η επιβολή του προστίμου έθιξε σε τέτοιο βαθμό την οικονομική κατάσταση
του προσφεύγοντος, που απετέλεσε δυσανάλογο μέτρο ως προς τον επιδιωκόμενο οικονομικό σκοπό
και έτσι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας(.Αριθμός προσφυγής 35533/2004).

2.7.- Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δεύτερο Τμήμα)Υπόθεση ΔΕΚ C-348/04Απόφαση της 26.4.2007 (Boehringer Ingelheim KG κ.λπ. κατά Swingward Ltd). Εκρινε ότι «..Επίσης, εθνικό μέτρο δυνάμει του οποίου, στην περίπτωση που ο παράλληλος εισαγωγέας, ο οποίος διέθεσε στο εμπόριο προϊόντα που δεν είναι πλαστά χωρίς να ειδοποιήσει προηγουμένως τον δικαιούχο του σήματος, έχει αξίωση χρηματικής αποζημιώσεως υπό τις ίδιες περιστάσεις όπως στην περίπτωση πλαστών προϊόντων, δεν φαίνεται, καθεαυτό, να αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να καθορίσει κατά περίπτωση, αφού λάβει υπόψη την έκταση της ζημίας που προξένησε στον δικαιούχο του σήματος η παράβαση του παράλληλου εισαγωγέα και τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας, το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης.»

2.8.- Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την με αριθμό 27-7/2006 Απόφαση ΕΔΔΑ Υπόθεση 36998/02 Υπόθεση Ευσταθίου κ.ά. κατά Ελλάδος)(ΝΟΒ 2006/1170) έκρινε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης αναφορικά με το δικαίωμα των προσφευγόντων να έχουν πρόσβαση σε δικαστήριο, εφόσον η κήρυξη του απαραδέκτου των αναιρετικών λόγων με την αιτιολογία ότι ο προσφεύγοντες "δεν είχαν εκθέσει στην αίτηση αναίρεσης όσα είχε δεχθεί το Εφετείο επί της ουσίας", αποτελεί μία προσέγγιση υπερβολικά προσηλωμένη στους τύπους κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Έννοια ευλόγου χαρακτήρα της διάρκειας μιας δίκης: «Το Δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία δεν έχει σκοπό να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα. Η ερμηνεία της εσωτερικής νομοθεσίας ανήκει κατά κύριο λόγο στις εθνικές αρχές και κατεξοχήν στα δικαστήρια (βλ. μεταξύ πολλών άλλων, Garcia Mani-bardo κατά Ισπανίας, αρ. 38695/97, §36, CEDH 2000-II). Εξάλλου, το "δικαίωμα σε δικαστήριο", του οποίου ιδιαίτερη πτυχή αποτελεί το δικαίωμα πρόσβασης, δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε έμμεσους περιορισμούς, κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής, διότι προαπαιτεί λόγω της ίδιας του της φύσης μία ρύθμιση από το Κράτος, το οποίο διαθέτει ως προς αυτό το σημείο ένα περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης. Πάντως, αυτοί οι περιορισμοί δεν μπορούν να παρεμποδίζουν την ελευθερία πρόσβασης ενός αιτούντος κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα σε δικαστήριο να βλάπτεται ουσιωδώς. Εντέλει, οι περιορισμοί δεν είναι σύμφωνοι με το άρθρο 6 § 1 παρά μόνο εάν εξυπηρετούν δικαιολογημένο σκοπό και αν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα και τον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ. μεταξύ πολλών άλλων, Edificationes March Gallego S.A. κατά Ισπανίας, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Recueil des arrets et docisions 1998-1, p. 290, §34). Πράγματι, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο παραβιάζεται όταν η εθνική ρύθμιση δεν εξυπηρετεί πλέον τους σκοπούς της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, αλλά αποτελεί ένα είδος εμποδίου για τον αιτούντα ως προς το να κριθεί στην ουσία της η διαφορά από το αρμόδιο δικαστήριο.»



[1] Bλ:Φωτεινής Δερμιτζακη ,Η εργασία ορισμένου χρόνου υπό το φως των ρητρών 5 και 8 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ σε ΕΕργ Δ 65,σελ403-404.

[2] Αποδεικτικές απαγορεύσεις και αρχή της αναλογικότητας.. Σχετ.Νομολ.: ΑΠ (ΟΛΟΜ) 1/2001, ΑΠ 42/2004Μελέτη του Γεωργίου Ν. Τριανταφύλλου, Λέκτορα Πανεπιστημίου Αθηνών, δημοσιευμένη στα ΠΟΙΝΧΡ 2007, 295.

[3] ΒΛ Ολ ΑΠ 43/2005 ΕλΔ 46. 1649, ΑΠ 132/2006 ΕλΔ 47. 740, ΑΠ 1462/ 2005 ΕλΔ 47.187.

[4] Βλ ΝοΒ55,2212 με επίκαιρες και δραστικές παρατηρήσεις και σχόλια του Μ .Μαργαρίτη Αρεοπαγίτη

[5] Η παραβίαση της «αρχής της αναλογικότητας» αποτελεί κατά μια αποψη ελάττωμα της απόφασης του ουσιαστικού δικαστηρίου που ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθρο 559 αρ 1 και 19. Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αιτιολόγησης της δικαστικής απόφασης επί του ζητήματος αυτού και μάλιστα μεταξύ άλλων στον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως.

[6] Βλ :24-11/2005 ΕΔΔΑ (Προσφυγή υπ΄ αριθμό. 32730/2003)Η άρνηση της Κυβέρνησης, αλλά και των Δικαστηρίων της Ελλάδος να χορηγήσουν στην αιτούσα ειδική αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του ακινήτου της εξαιτίας του έργου της διάνοιξης της Εγνατίας Οδού, κατά το άρθρο 1 του ν. 653/1977, αντίκειται στο άρθρο 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου-αρχή αναλογικοτητας.

[7] Βλ: 132/2006 ΑΠ ΑΡΜ 2006/757, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2006/96)Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης Κατά τον προσδιορισμό του ποσού, δεν πρέπει να υποβαθμίζεται η απαξία της πράξης ούτε όμως η επιδίκαση ιδιαίτερα υψηλού ποσού να οδηγεί στην εξουθένωση του ενός μέρους και στον υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου. Η επιδίκαση υπέρμετρα ασυνήθιστης χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας και ιδρύει τον υπ΄ αρ. 559 αρ. 1 λόγο αναίρεσης

[8] Έτσι ο αναιρετικός δικαστικής μεταβάλλεται σε δικαστή ουσίας και καταλύεται η αναιρετική διαδικασία και ανατρέπεται η πάγια και σταθερή νομολογία των δικαστηρίων.

[9]Έτσι κατά την απόφαση , σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως επιδικάζοντας χαμηλό ποσό όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης. Η παραβίαση της υπερνομοθετικής αυτής αρχής ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19

kerkyra

kerkyra