Τρίτη, 5 Ιουνίου 2007

ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ

« Η Αρχή της Διαφάνειας και τα Προσωπικά Δεδομένα ή οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Κράτους και η περίπτωση των προσωπικών δεδομένων »




















3/6/2007


1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην εποχή που ζούμε η επιστήμη και τεχνολογία έχουν φθάσει σε τέτοια επίπεδα προόδου, ώστε πλέον τα τεχνολογικά επιτεύγματα του σήμερα, αύριο να είναι πλέον ξεπερασμένα. Σήμερα η ανθρωπότητα περνά σε μια καινούργια εποχή της Ιστορίας της, είναι εποχή της «κοινωνίας της πληροφορίας ».
Στη καινούργια αυτή εποχή, η εκτεταμένη εφαρμογή της τεχνολογίας των υπολογιστών και του διαδικτύου σε όλο και περισσότερες δραστηριότητες του ανθρώπου δεν μπορεί ν’ αφήνει κανένα αδιάφορο, αφού οι καθημερινές συνέπειες είναι για όλους συνταρακτικές. Το δίκαιο και η απονομή της δικαιοσύνης δέχονται ραγδαίες τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών σ’ ολόκληρο τον κόσμο . Σε παγκόσμιο επίπεδο συντελείται μια αληθινή επανάσταση που αγγίζει όλους τους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου και επηρεάζει τόσο την σταδιακή διαμόρφωση ενός καινούργιου καθεστώτος στην διαμόρφωση του δικαίου, όσο και τη διαμόρφωση άλλων ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων απονομής της δικαιοσύνης. Σήμερα παρουσιάζεται και διαμορφώνεται στο σύγχρονο κόσμο μια νέα γενιά δικαιωμάτων που έχουν σχέση α)με το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία όσο β) και στη προστασία της πληροφορίας από κακόβουλες ενέργειες τρίτων γ) με το δικαίωμα πρόσβασης στα τεχνολογικά μέσα, ενώ τα ατομικά δικαιώματα απειλούνται. Μια νέα διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης γεννιέται αναπόφευκτα μετά από τις τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν προκύψει, όπως κι ένα νέος κλάδος της νομικής επιστήμης αναπτύσσεται γοργά η νομική πληροφορική.
Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και οι νέες μορφές διαφήμισης και ηλεκτρονικών συναλλαγών και κυρίως η συλλογή πάσης φύσεως πληροφοριών μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών οδήγησαν στην αυξημένη ζήτηση προσωπικών πληροφοριών από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Οι προσωπικές αυτές πληροφορίες που αναφέρονται σε κάθε είδους δραστηριότητα, είτε προσωπική είτε επαγγελματική του ατόμου, ονομάζονται προσωπικά δεδομένα.
Η διαφθορά αποτελεί παγκόσμια απειλή για τα Έθνη, πράγμα που οδήγησε στη υπογραφή διεθνούς συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (2003).
Με αφορμή όμως, την αποκάλυψη γεγονότων διαφθοράς στην δημόσια ζωή του τόπου μας αλλά και διεθνώς, έχει ανοίξει μια τεράστια συζήτηση σχετικά με την δήθεν αντίθεση του ατομικού δικαιώματος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων που απαντάται στη διάταξη του άρθρου 9Α του Συντάγματος και της αρχή της διαφάνειας που απαντάται στη διάταξη του άρθρου 10 παρ 3 του Συντάγματος για την ελεύθερη και αδιακώλυτη πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα αλλά και στις διατάξεις των άρθρων 14 παρ 9 ,29 παρ 2 , 102 παρ 5 103 παρ 7 Σ.
Το ζήτημα ως προς τι ακριβώς πρέπει να γίνει, όταν στα διοικητικά έγγραφα ενσωματώνονται και προσωπικά δεδομένα, είναι θέμα καθημερινής πρακτικής στις δράσης της Διοικήσεως και των ελεγκτικών μηχανισμών του Κράτους. Νομίζω ότι το πρόβλημα αφορά την σωστή και αποτελεσματική λειτουργία της Πολιτείας, αλλά και την εύρυθμη λειτουργία της Δημόσιας διοίκησης .

1.1 Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
1.1.1.-Η διαφάνεια αποσκοπεί στην αποκάλυψη και στον ουσιαστικό έλεγχο της δράσης των δημοσίων αρχών. Με το νέο άρθρο 5Α § 1 Συντ. το δικαίωμα αυτό συμπεριλήφθηκε στο Κεφάλαιο των Ατομικών Δικαιωμάτων, ενώ με το άρθρο 5 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) ορίζονται οι προϋποθέσεις πρόσβασης του πολίτη στα διοικητικά έγγραφα, που επιτρέπεται κατόπιν (γραπτής) αίτησης του ενδιαφερομένου και με τη συνδρομή «εύλογου ενδιαφέροντος (συγκεκριμένης προσωπικής έννομης σχέσης συνδεόμενης με το περιεχόμενο των διοικητικών στοιχείων, στα οποία
ζητείται η πρόσβαση,( Βλ ΣτΕ 1214/2000, ΔΔ 2001.1201), προκειμένου περί δημοσίων εγγράφων ή «ειδικού εννόμου συμφέροντος», προκείμενου περί ιδιωτικών εγγράφων.
Η αρχή της διαφάνειας, παραπέμπει περαιτέρω στη δυνατότητα ελεύθερης και αδιακώλυτης πρόσβασης των πολιτών και στα εθνικά και των κοινοτικά όργανα όσο και των και στη διαφάνεια της λειτουργίας τους. Η διαφάνεια συνδέεται με το αίτημα των πολιτών για την ευρύτερη πρόσβαση στις πληροφορίες και στα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της καθώς και για την αυξημένη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων η οποία θα συνέβαλλε στη δημιουργία αισθήματος εγγύτητας με την Ένωση και τα κράτη μέλη .

1.1.2.-Με το άρθρο 255 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας επιβεβαιώνεται το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος.
Ο κανονισμός της 30ής Μαΐου 2001 θέτει σε ισχύ αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των τριών κοινοτικών οργάνων. Διατηρεί όμως δύο βασικές εξαιρέσεις από την κύρια αρχή: τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η άρνηση της πρόσβασης στα έγγραφα είναι θεμιτή (κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα, τις διεθνείς σχέσεις κ.τ.λ.) και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση δεν είναι δεκτή (προστασία των εμπορικών συμφερόντων ενός ιδιώτη κ.τ.λ.), εκτός κι αν υπάρχει δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη δημοσίευση του εγγράφου.
Το άρθρο 255 ενσωματώθηκε στη συνθήκη το 1997, αλλά το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν ήδη εγκρίνει κώδικα δεοντολογίας από τον Δεκέμβριο του 1993. Ο κώδικας αυτός καθορίζει τις κοινές αρχές των δύο οργάνων στο πλαίσιο της δήλωσης αρ. 17 σχετικά με το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφόρηση που προσαρτάται στην τελική πράξη της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βάσει του κώδικα αυτού, τα δύο όργανα ενσωμάτωσαν στον κανονισμό λειτουργίας τους ειδικές διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφά τους.
1.1.3.- Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999), όπως και με εκείνες του προϊσχύσαντος Ν. 1599/1986, καθιερώθηκε και υλοποιήθηκε η θεμελιώδης αρχή της δημοσιότητας και της διαφάνειας της δράσεως της διοικήσεως, με την παροχή προς πάντα ενδιαφερόμενο της δυνατότητας γνώσεως των διοικητικών εγγράφων, είτε με επιτόπια μελέτη αυτών, είτε με λήψη αντιγράφων . Παράλληλα σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ 2 Σ καθιερώθηκε με το άρθρο 6 του ν 2690/1999,το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου στις διοικητικές διαφορές .
Ως διοικητικά έγγραφα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5. νοούνται «όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από δημόσιες υπηρεσίες», η παράθεση δε στην παρ. 1 ορισμένων διοικητικών εγγράφων είναι ενδεικτική,(Βλ ΣτΕ 527/1991, επί της όμοιας διατάξεως άρθρου 16 Ν, 1599/1986).
Για την θεμελίωση του δικαιώματος γνώσεως των διοικητικών εγγράφων και των εξομοιουμένων με αυτά, απαιτείται η συνδρομή ευλόγου ενδιαφέροντος του αιτούντος , όπως προκύπτει τόσο από τη ρητή διατύπωση του νόμου («κάθε ενδιαφερόμενος») όσο και από την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και τις γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, επί της διατάξεως του άρθρου 16 Ν. 1599/86 ( βλ ΝΣΚ:130/2000).
Η αρμοδία Διοικητική Αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του ως άνω δικαιώματος, στις περιπτώσεις που τα έγγραφα αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται απόρρητο , το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις . Επίσης, η Διοίκηση μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση των στοιχείων στις περιπτώσεις που είναι δυνατόν να δυσχεράνουν ουσιωδώς την έρευνα δικαστικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παραβάσεως.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι τι πρέπει να πράξει η διοίκηση, όταν στα δημόσια έγγραφα αυτά ενσωματώνονται προσωπικά δεδομένα.
2.1.- ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων συναντάται στη διάταξη του άρθρου 9Α του ισχύοντος Συντάγματος σύμφωνα με την οποία :
«Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και
χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.»
Ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει τα πρόσωπα-φορείς του δικαιώματος, έναντι της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων. Η προστασία που εισάγεται, αφορά όχι μόνον την επεξεργασία αλλά και την συλλογή προσωπικών δεδομένων.
Στον εκτελεστικό του Συντάγματος Ν.2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Φ.Ε.Κ. Α' 50), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Αντικείμενο του νόμου Ν.2472/1997 είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής..
Για τους σκοπούς του νόμου Ν.2472/1997 νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.
β)"Ευαίσθητα δεδομένα ", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων
γ)"Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων του χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική».
δ)"Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.
ε)"Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και το οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο.
στ)."Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο
ζ)"Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο το υποκείμενο των επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
η) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.
θ) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρει επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα.
1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:
Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών
Προϋποθέσεις επεξεργασίας: 1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο. Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών».
Γνωστοποίηση. 1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη της επεξεργασίας. 2. Με τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει απαραιτήτως να δηλώνει Το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία ή τον τίτλο του και τη διεύθυνση του.
Απαλλαγή υποχρέωσης γνωστοποίησης και λήψης άδειας. 1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του Ν.2472/1997 στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικά για σκοπούς που συνδέονται άμεσα με σχέση εργασίας ή έργου ή με παροχή υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα και είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος ή για την εκτέλεση των υποχρεώσεων από τις παραπάνω σχέσεις και το υποκείμενο έχει προηγουμένως ενημερωθεί, 2) Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς..
Η συγκέντρωση και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους επέμβασης στην προσωπική σφαίρα και στην ιδιωτική ζωή του ατόμου. Κάθε δραστηριότητα του σύγχρονου ανθρώπου γίνεται καθημερινά αντικείμενο επεξεργασίας και ανάλυσης γεγονός που χρήζει αντιμετώπισης και νομική κατοχύρωσης πράγμα που έγινε με τον ν. 2472/97 που αναλύεται ανωτέρω επιγραμματικά, η εφαρμογή του οποίου απαιτεί την τήρηση των ακόλουθων αρχών:

2.1.1.-ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του εκτελεστικού του νόμου η επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να γίνεται κάτω από συγκεκριμένες αρχές :
Α)Η επεξεργασία είναι νόμιμη, ως μέσο εξυπηρέτησης ενός συγκεκριμένου νόμιμου σκοπού.
Β)Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να εφαρμόζεται για να γίνεται σαφές κατά πόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία.
Γ)Η ακρίβεια των δεδομένων είναι ουσιώδες στοιχείο της νομιμότητας τους.
Δ)Πρέπει να τηρούνται όλες οι αρχές του νόμου από το υπεύθυνο επεξεργασίας.
Ε) Υπάρχει αυξημένη προστασία στα ευαίσθητα δεδομένα για τα οποία κατ’ αρχήν δεν επιτρέπεται η επεξεργασία , αλλά η κάμψη της επιτρέπεται για νομίμους λόγους και οπωσδήποτε με άδεια της ΑΡΧΗΣ.
ΣΤ) Η συγκατάθεση του υποκειμένου είναι βασικός λόγος επιτρεπτής επεξεργασίας δεδομένων, όπως και η αντίθεση του, είναι βασικός λόγος μη επιτρεπτής επεξεργασίας δεδομένων.
Αυτά τα δικαιώματα προϋποθέτουν ενημέρωση του υποκειμένου, ώστε: 1)να πληροφορείται την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν και 2) να μπορεί να λάβει γνώση δεδομένων που το αφορούν .
Ζ)Τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να τηρούνται με ασφάλεια και εμπιστευτικότητα.
Για την αμεσότερη και ταχύτερη προστασία των πολιτών από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων θεωρήθηκε αναγκαία η ίδρυση μιας Ανεξάρτητης Αρχής που θα εποπτεύει και θα ασχολείται αποκλειστικά με αυτό το αντικείμενο.
Η αρχή αυτή, που ιδρύθηκε με τον ν 2472/97 και ονομάστηκε «Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» έχει ποικίλες αρμοδιότητες μεταξύ των οποίων είναι να εκδίδει οδηγίες και αποφάσεις και να γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Η συνταγματική αποστολή της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων .είναι η διασφάλιση του ατομικού δικαιώματος, η τήρηση των κανόνων προστασίας και ο έλεγχος σεβασμού των αρχών αυτών .
Για την επεξεργασία και συλλογή προσωπικών δεδομένων είναι απαραίτητη άδεια από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Οι Οδηγίες για την χορήγηση άδειας επεξεργασίας αναλύονται στην Κανονιστική Πράξη 1/1999 της «Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» σχετικά με την ενημέρωση υποκειμένου των δεδομένων κατ' άρθρο 11 Ν. 2472/1997 και στην Απόφαση 408/1998 της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, σχετικά με την ενημέρωση υποκειμένων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δια του τύπου.

2.1.2.-ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ- Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
2.1.2.1.-Η Ευρωπαϊκή .Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4/11/1950 μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και τέθηκε σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 1953. Απέβλεπε να ενισχύσει την προστασία των δικαιωμάτων που αναφέρονταν στην Σχετική Οικουμενική Διακήρυξη, που είχε ψηφίσει το έτος 1948 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Δημιουργήθηκε, έτσι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και προβλέπεται η ενώπιον του ατομική προσφυγή, αφού προηγουμένως εξαντληθούν τα ένδικα μέσα στα εθνικά δικαστήρια. Η σύμβαση, όπως είναι γνωστό, κυρώθηκε από το Ελληνικό κράτος με το Ν.2329/1953 και τέθηκε ξανά σε ισχύ με το Ν.Δ.53/1974. Έκτοτε αποτελεί μέρος της Ελληνικής έννομης τάξης, με υπερέχουσα ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ως διεθνής σύμβαση (αρθρ. 28 § 1του Σ).
Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ αναφέρεται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, χωρίς ειδική αναφορά του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το άρθρο 8 ΕΣΔΑ ερμηνεύθηκε ώστε τα προσωπικά δεδομένα να θεωρηθούν ειδικότερη έκφανση του γενικού δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής.
2.1.2.2.-Η τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής και επικοινωνιών και των επιπτώσεων τους στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, υποχρέωσε τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στην υπογραφή της 108/28.1.1981 Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη προστασία των προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Η Σύμβαση αυτή που ισχύει τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα .
2.1.2.3.-Το έτος 1977 με Κοινή Δήλωση το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή διακήρυξαν πανηγυρικά ότι οφείλουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα εθνικά συντάγματα των κρατών μελών και στην ΕΣΔΑ. Η ίδια διατύπωση επαναλαμβάνεται στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (το πρώτο κείμενο που τροποποίησε ουσιαστικά τις Συνθήκες) του έτους 1987.
2.1.2.4.-Στις 24 Οκτωβρίου 1995 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θέσπισαν την Οδηγία 95/46 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Πρόκειται για ένα από τα πληρέστερα παγκοσμίως κείμενα για την προστασία προσωπικών δεδομένων, το οποίο δεσμεύει τα κράτη μέλη της Ε.Ε. να εισαγάγουν και να εφαρμόσουν ένα συγκεκριμένο νομικό σύστημα.
2.1.2.5. Υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975 προστατεύονταν η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, δεν υπήρχε όμως πρόβλεψη για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Είχε, όμως, κριθεί αυτό από το ΣτΕ ότι στην ιδιωτική ζωή περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων και προστατεύονταν κάθε τι που αφορά την υγεία του προσώπου, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, η οικογενειακή συμπεριφορά του και η ερωτική του ζωή. ΄Αλλωστε, το δικαίωμα στην προστασία από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορούσε να θεμελιωθεί και επί των συνταγματικών διατάξεων σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας που προστατεύονται εξ άλλου και με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ΕΣΔΑ).
2.1.2.6.-Το έτος 1995 εκδόθηκε η γνωστή Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προς τα Κράτη – μέλη «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών», η οποία και τα υποχρέωσε να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς το περιεχόμενό της.
Το Ελληνικό κράτος συμμορφώθηκε με την ως άνω επιταγή και εξέδωσε τον Ν.2472/1997 «περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και ίδρυσε τη ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων με σκοπό την εποπτεία και έλεγχο της τήρησης του νόμου αυτού, καθώς και άλλων ρυθμίσεων όπως αυτών του Ν.2774/1999 για τις δημόσιες τηλεπικοινωνίες, όπως επίσης και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που κάθε φορά της ανατίθενται.
2.1.2.7.- Με το ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων της 6ης Απριλίου 2001 προστέθηκε στο Σύνταγμα η διάταξη του άρθρου 9Α με την οποία η προστασία των προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα κατοχυρώθηκε και συνταγματικά .
2.1.2.8.-Σύμφωνα με το άρθρο 286 της Συνθήκης για την ΕΚ, η Κοινότητα αυτοδεσμεύεται να τηρεί και η ίδια την Οδηγία. Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή, «προσωπικά δεδομένα» είναι κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε έναν άνθρωπο, η ταυτότητα του οποίου μπορεί να προσδιοριστεί. Καμία χρήση («επεξεργασία») αυτών των δεδομένων δεν επιτρέπεται, αν ο σκοπός της δεν είναι νόμιμος, θεμιτός και καθορισμένος. Για να είναι νόμιμη η χρήση πρέπει τα δεδομένα να είναι κατάλληλα, ακριβή, συναφή προς τον σκοπό συλλογής και χρήσης και όχι περισσότερα από όσα χρειάζονται ενόψει αυτού του σκοπού. Η χρήση των δεδομένων για άλλο σκοπό από αυτόν που αρχικά συγκεντρώθηκαν, απαγορεύεται! Επίσης δεν πρέπει να διατηρούνται για χρονική διάρκεια πέραν από την αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο έγινε η συλλογή (άρθρο 5).
2.1.2.9.- Αξίζει να ξέρουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους δημόσιας ασφάλειας, έχει εκδώσει την Οδηγία διατήρησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για αντεγκλητικούς σκοπούς, το Σχέδιο Απόφασης-Πλαισίου του Συμβουλίου ΕΕ για την προστασία προσωπικών δεδομένων στο πεδίο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας των κρατών σε ποινικές υποθέσεις. Στη Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ένας νέος κοινοτικός θεσμός: του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος αποτελεί την αρμόδια ανεξάρτητη αρχή της ΕΕ.
4.-ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΡΧΩΝ :ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ-ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ :
4.1.- Η ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ και Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ:
4.1.1.-Με τις διατάξεις του Ν 2472/1997, οι οποίες αποτελούν μεταφορά των διατάξεων της Οδηγίας 94/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24-10-1995 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (ΕΕΙ 281/23-11-1995 σ.31), θεσπίσθηκαν οι προϋποθέσεις επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προς διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, που προβλέπεται επίσης στο άρθρο 8 της κυρωθείσας με το Ν.Δ.53/1974 και έχουσας υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και στις γενικές αρχές του Κοινοτικού Δικαίου.
4.1.2.-Από την διατύπωση, αλλά και από το όλο πνεύμα και τον σκοπό των διατάξεων του Ν. 2472/1997 προκύπτει, ότι το αντικείμενο του νομοθετήματος αυτού, που αναφέρεται στη θέσπιση των προϋποθέσεων για την προστασία του ατόμου και ιδίως της ιδιωτικής του ζωής από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που αφορά στο δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα.
Συγκεκριμένα οι διατάξεις του Ν. 2472/1997 έχουν ως σκοπό την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: όπως αυτά νοούνται από τις ίδιες διατάξεις. Οι αυτές όμως διατάξεις (άρθρο 2 περ. δ') δίδουν σαφώς την έννοια της «επεξεργασίας» , που είναι απαγορευμένη και ως τέτοια θεωρούν κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο και λοιπά νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς την βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση κ.λ.π.
Δηλαδή οι πιο πάνω διατάξεις για να τύχουν εφαρμογής θα πρέπει να υπάρχει «επεξεργασία» προσωπικών δεδομένων και προς τον σκοπό που διαγράφουν αυτές. Τούτο, άλλωστε, ρητά ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου που διαλαμβάνει ότι, «οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στην μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο».
4.1.3.-Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας έχουν τελείως διαφορετικό σκοπό:
Α)Θεσμοθετούν τη διαφάνεια στις ενέργειες της Διοικήσεως,
Β)Δίνουν το δικαίωμα σε κάθε τρίτο, που έχει εύλογο ενδιαφέρον ή έννομο συμφέρον, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και τούτο για να προασπίσει νόμιμα συμφέροντα του και όχι, βέβαια για οποιαδήποτε «επεξεργασία» επί αυτών
4.1.5.- Το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής στο άρθρο 9 § 1 εδάφ. β' Συντ. αφορά την απαγόρευση της δημοσιοποιήσεως της ιδιωτικής ζωής, η οποία ορίζεται σε αντιδιαστολή με τη δημόσια ζωή, δηλ. την κοινωνική ή επαγγελματική ζωή του ατόμου, που συμπεριλαμβάνει τις σχέσεις του ατόμου με ανοικτό κύκλο προσώπων, ενώ η οικογενειακή ζωή αφορά τη συμπεριφορά του ατόμου ως μέλους ορισμένης οικογένειας. Υπό την έννοια αυτή, η επαγγελματική δραστηριότητα δεν εμπίπτει στο απόρρητο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και, συνεπώς, δεν δύναται να έχει εν προκειμένω εφαρμογή η απαγόρευση πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα.
Δικαίωμα γνώσης των διοικητικών εγγράφων έχει, σύμφωνα με το νόμο, κάθε «ενδιαφερόμενος» και, συνεπώς, δεν απαιτείται ο αιτών να αποδείξει έννομο συμφέρον . Η νομολογία κάνει λόγο για «εύλογο» ενδιαφέρον του αιτούντος , εισάγοντας έτσι μια πρόσθετη προϋπόθεση που δεν προβλέπεται στο νόμο, η οποία, σύμφωνα με την επιστήμη, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για την εισαγωγή του έννομου συμφέροντος ως προϋπόθεσης νια την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα. Η αρχή που παρέχει πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα πρέπει να εφαρμόσει τους κανόνες του ν. 2472/1997 . Συνεπώς, πρέπει να τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 4 και 5 ν. 2472/1997, ενώ ειδικώς για τα ευαίσθητα δεδομένα , το άρθρο 7.
4.1.6.-Σύμφωνα με το άρθρο 25 § 4 του Οργανισμού Δικαστηρίων, Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων φορέων του δημόσιου τομέα, να χορηγήσουν έγγραφα, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά ή νομικά. Η χορήγηση ευαίσθητων πληροφοριών από τον υπεύθυνο επεξεργασίας προς τον εκάστοτε αιτούντα θίγει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ή το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής πρέπει πάντοτε να πρέπει να τηρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο ν. 2472/1997, και να ζητείται άδεια από την Αρχή για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, πέραν της εισαγγελικής παραγγελίας, από τον υπεύθυνο επεξεργασίας , (άρθρο 7 § 3 εδάφ. α' ν. 2472/1997). Και ακόμη, πρέπει να ενημερώνεται το υποκείμενο των δεδομένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 § 3 ν. 2472/1997.
Αιτήματα χορήγησης εγγράφων υποβάλλονται πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά στο πλαίσιο προανάκρισης ή ανάκρισης, κατά το άρθρο 261 ΚΠΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτήν, εφόσον διεξάγεται ανάκριση, ο εισαγγελέας και ο ανακριτής ή ο ανακριτικός υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει από τους δημόσιους υπαλλήλους και τα λοιπά αναφερόμενα στο άρθρο 212 ΚΠΔ πρόσωπα, να του παραδώσουν οποιαδήποτε έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά.
4.1.7.- Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
4.1.7.1. ΓΝΩΣΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ:
Από διατάξεις του Ν.2472/1997, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί με την υπ' αριθμό. 115/2001 οδηγία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνάγονται τα ακόλουθα:
α) «Η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων πρέπει να πραγματοποιείται με θεμιτά μέσα και με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των εργαζομένων στο χώρο της εργασίας και γενικότερα, στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων ».
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως εργαζόμενοι, κατά την εν λόγω Οδηγία, νοούνται οι απασχολούμενοι τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς επίσης και οι υποψήφιοι για εργασία. Γιατί, όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτήν (οδηγία) «στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει μεν εξαρχής η σχέση εξάρτησης που χαρακτηρίζει την εργασιακή σχέση, ωστόσο είναι προφανές ότι κάποιος που αναζητεί εργασία βρίσκεται κατά κανόνα σε θέση που δεν του επιτρέπει να επιλέξει ελεύθερα ποια δεδομένα που τον αφορούν θα καταστήσει γνωστά και προσιτά σε τρίτους και άρα χρειάζεται αυξημένη προστασία...».
β) « Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1α του Ν. 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (των εργαζομένων) πρέπει να συλλέγονται και να υφίσταται επεξεργασία για σαφείς και καθορισμένους σκοπούς Τόσο από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, όσο και από την υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων, συνάγεται ότι οι σκοποί επεξεργασίας θα πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστοί στους εργαζομένους και κατανοητοί από αυτούς».
γ) « Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1β του Ν,2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά χρειάζονται ενόψει των σκοπών επεξεργασίας, στο πλαίσιο των σχέσεων απασχόλησης και της οργάνωσης της εργασίας...».
δ) «Η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον εργαζόμενο ή τον υποψήφιο από τρίτους είναι ανεκτή, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 παρ. 1 και του άρθρου 5 παρ. 2α, β, και ε, μόνο εφόσον είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού. . ».
ε) « Σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 4 του Ν.2472/1997, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 7Α παρ. 1α, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων μπορεί να διαβιβάζονται ή να κοινοποιούνται σε τρίτους μόνο για σκοπούς που σχετίζονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης ή εφόσον η διαβίβαση προβλέπεται από νόμο που συνάδει με τα οριζόμενα στο Ν.2472/1997 (π.χ. διαβίβαση σε ασφαλιστικούς οργανισμούς). Επισημαίνεται ότι, και στην περίπτωση της διαβίβασης ή της κοινοποίησης, που συνιστούν άλλωστε μορφές επεξεργασίας η συγκατάθεση των εργαζομένων δεν μπορεί να άρει την απαγόρευση της υπέρβασης του σκοπού. »
στ) «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων νόμου ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων στα συνδικαλιστικά τους όργανα επιτρέπεται μόνον εφ' όσον αυτά είναι απαραίτητα για άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και μόνον στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο. »


4.1.7.2.- ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΑΠΑΛΛΑΓΕΝΤΩΝ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΣΕΩΣ ΈΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ.
Η γνωστοποίηση εξαγγελλόμενης διερεύνησης για τη διαπίστωση της νομιμότητας ή μη διοικητικών πράξεων, με τις οποίες χορηγήθηκε απαλλαγή από την υποχρέωση στράτευσης για λόγους υγείας, έστω και αν αφορούν πρόσωπα γνωστά στο ευρύτερο κοινό, δεν συνιστά επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων δυνάμενη να επιτραπεί κατά το άρθρο 7 του Ν. 2472/1997. Νομίμως απερρίφθη με την προσβαλλόμενη απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα το αίτημα που υπέβαλε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, να δημοσιοποιήσει τα ονόματα προσώπων που είχαν τύχει της ανωτέρω απαλλαγής.

4.1.7.3.- ΔΙΜΕΡΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΕΠΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ, ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ Κ.Α. ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΩΝ ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ.
Η χορήγηση αντιγράφων εγγράφων από την ελληνική Τελωνειακή Διοίκηση προς τις τουρκικές και βουλγαρικές Τελωνειακές Διοικήσεις, στα πλαίσια του καθήκοντος της αμοιβαίας συνεργασίας και συνδρομής, επί τελωνειακών θεμάτων, που καθορίζονται από δύο διμερείς συμβάσεις (που κυρώθηκαν με τους νόμους 2895/2001 και 2766/1999), επειδή γίνεται προς εκπλήρωση υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, δεν προσκρούει στις διατάξεις περί φορολογικού, τελωνειακού και επαγγελματικού απορρήτου. Στις περιπτώσεις που τα ανωτέρω έγγραφα περιέχουν προσωπικά δεδομένα, θα πρέπει και πάλι να δοθούν αντίγραφά τους, μετά από άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, εκτός αν η άδεια αυτή δεν είναι απαραίτητη, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν 2472/1997, όπως ισχύει σήμερα

4.1.7.4.- Η ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ ΤΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΑΥΤΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΣΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Η αναγραφή στην επετηρίδα των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών της ηλικίας αυτών δεν είναι αντίθετη στη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Δεν αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία και στην συναφή ελληνική νομοθεσία περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, η θέσπιση διαφορετικού ορίου ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία μεταξύ των διαφόρων βαθμών του κλάδου των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών.

4.1.7.5 ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΓΡΑΠΤΟ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΔΕΝ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ ΑΛΛΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥ Προσφυγή κατά του ΑΣΕΠ. Άρνηση ικανοποίησης δικαιώματος πρόσβασης της προσφεύγουσας σε προσωπικά δεδομένα δια της χορηγήσεως αντιγράφου της γραπτής της δοκιμασίας. Δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στα προσωπικά του δεδομένα, έννοια και περιορισμοί.
Δεν συντρέχουν στην περίπτωση αυτή λόγοι περιορισμού στο δικαίωμα πρόσβασης των υποψηφίων στους γραπτούς διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ. Το δικαίωμα πρόσβασης δεν συνεπάγεται απλή επίδειξη του γραπτού αλλά χορήγηση αντιγράφου του με επιβάρυνση του αιτούντος. Αρμοδιότητα της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων να επιτάσσει προς τις διοικητικές αρχές το δικαίωμα χορήγησης αντιγράφων προς τους ενδιαφερομένους, εφόσον αυτά αφορούν προσωπικά τους δεδομένα

4.1.7.6-ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ
Προστασία από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αποστολή διαφημιστικού εντύπου. Η απλή αποστολή διαφημιστικού εντύπου, εφόσον δεν συνδέεται με άλλες ενέργειες, αναγόμενες στη συλλογή, επεξεργασία και συσχέτιση πληροφοριών που αφορούν την ιδιωτική και δημόσια ζωή του ανθρώπου, δεν συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν δικαιολογεί την επιδίκαση χρηματική ικανοποίησης.

4.1.7.7.- Η ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥΣ, ΑΡΜΟΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ, ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΝΟΜΙΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΙΤΗ
Τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σκοπούς και η επεξεργασία τους πρέπει να είναι θεμιτή και νόμιμη. Υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων. Προϋπόθεση άρσης της υποχρέωσης αυτής. Πότε η επεξεργασία των δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Απαιτείται πάντως η επεξεργασία να διενεργείται για τους καθορισμένους σκοπούς του συγκροτηθέντος αρχείου με βάση τα συλλεγέντα δεδομένα. Συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τράπεζα για τη συγκρότηση αρχείου πελατών της. Η διαβίβαση όμως των πληροφοριών για την οικονομική συμπεριφορά των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων στην Υπηρεσία τους, αρμόδια για τον πειθαρχικό έλεγχο, δεν συνιστά επεξεργασία νόμιμη και θεμιτή.

4.1.7.8.- ΟΤΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΕ ΤΡΙΤΟΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ
Όταν πρόκειται να ανακοινωθούν προσωπικά δεδομένα σε τρίτον απαιτείται η ενημέρωση του υποκειμένου αυτών, έστω και αν έχει εφαρμογή το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, οπότε δεν απαιτείται η συγκατάθεση των υποκειμένων των στοιχείων. Ανακοίνωση από την αιτούσα σε τρίτον οικονομικών στοιχείων τρίτου προσώπου χωρίς να έχει γίνει σχετική ανακοίνωση.

4.1.7.9.-ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΝΤΟΣ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΝ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ, ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣ
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων έχει ιδιαίτερο καθήκον επιμελούς διαφύλαξης αρχείου με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για νόμιμους σκοπούς και αποφυγής αμελών ενεργειών που θίγουν τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων. Διαβίβαση από την αιτούσα ασφαλιστική εταιρεία προσωπικών στοιχείων του καταγγέλλοντος, τα οποία περιέχονταν στο αρχείο της, σε τράπεζα για την έκδοση πιστωτικής κάρτας χωρίς τη συγκατάθεσή του.

4.1.7.10.-ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΗΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ , συνιστάμενα στην ανακοίνωση από τον κατηγορούμενο, υπεύθυνο ψυχιατρικής κλινικής στοιχείων που αφορούσαν την ψυχική υγεία της μηνύτριας και τη χρήση από το δεύτερο κατηγορούμενο αυτών των στοιχείων. Απαλλαγή κατηγορουμένου λόγω έλλειψης αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, εφόσον η ανακοίνωση από τον πρώτο κατηγορούμενο των επίδικων στοιχείων είναι νόμιμη και ακολούθησε η νόμιμη διαδικασία, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος προσκόμισε τη βεβαίωση στον ανακριτή προκειμένου να βοηθήσει τις Δικαστικές Αρχές στην ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας και άρα τη χρήση της επίδικης βεβαίωσης ήταν νόμιμη.

4.1.7.11.-ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΣΕ ΤΡΙΤΟΝ .
α) Για την χορήγηση αντιγράφου πειθαρχικής αποφάσεως σε τρίτον, εφαρμοστέες τυγχάνουν εν αρχή οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν 2690/1999 και αν δεν συντρέχει περίπτωση απαγορεύσεως σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 5 του Ν 2690/1999, χωρεί εφαρμογή των διατάξεων του Ν 2472/1997. β) Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Ν 2472/1997, το αντίγραφο χορηγείται εκτός των άλλων, αν η χορήγησή του είναι πρόσφορο, αναγκαίο και μη επαχθές μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος (αρχή της αναλογικότητας). Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις και το αίτημα πρέπει να απορριφθεί.

4.1.7.12.-ΑΙΤΗΣΗ ΛΗΨΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ . Πρέπει να αναφέρεται το εύλογο ενδιαφέρον του αν πρόκειται για διοικητικά έγγραφα και το ειδικό έννομο συμφέρον του αν είναι ιδιωτικά έγγραφα. Πρέπει να προσδιορίζονται και τα συγκεκριμένα έγγραφα. Άρνηση χορήγησης αντιγράφων. Αρμόδιος είναι ο εισαγγελέας πρωτοδικών ο οποίος με αιτιολογημένη παραγγελία υποχρεώνει την διοίκηση να εκδώσει αντίγραφα. Υποχρέωση συμμόρφωσης. Οι εισαγγελικές παραγγελίες είναι δεσμευτικές για την διοίκηση ακόμα αν και στα αντίγραφα περιλαμβάνονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Ο νόμος δεν καθιερώνει απόρρητο

4.1.7.13.- ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΤΗΣ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΘΟΥΝ ΣΚΟΠΟΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
Παρακολούθηση από Τράπεζα του λογαριασμού μισθοδοσίας υπαλλήλου της, προκειμένου να εξυπηρετηθούν σκοποί πειθαρχικού ελέγχου (έλεγχος συμμετοχής του σε τυχερά παίγνια-καζίνο). Μη νόμιμη η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ανεξάρτητα από το αν είναι αναγκαία για την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, δηλαδή για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας του εργοδότη στον υπάλληλο.

4.1.7.14.- ΥΠΑΙΤΙΑ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΟΤΕ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΚΛΗΣΕΩΣ ΠΕΛΑΤΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑ ΑΠΟΡΡΗΤΑ , Προστασία προσωπικών δεδομένων. Υπαίτια παράλειψη των οργάνων του ΟΤΕ να καταχωρήσουν τον αριθμό κλήσεως πελάτου του στα απόρρητα, καίτοι ο τελευταίος είχε ζητήσει εγγράφως τούτο και του εδηλώθη αρμοδίως ότι το ανωτέρω αίτημά του είχε γίνει δεκτό, με παράλληλη χρέωσή του με τέλη μη ανακοινώσιμης συνδέσεως. Συνιστά μορφή αθετήσεως των κανόνων για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
4.1.7.15.- ΕΥΘΥΝΗ "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΝΑΚΡΙΒΩΝ ΔΥΣΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ .
Παρά το γεγονός ότι ο ενάγων εξόφλησε την οφειλή του από διαταγή πληρωμής για απαίτηση Τράπεζας λόγω δανείου, στο οποίο ήταν εγγυητής, εντούτοις η ΑΕ. Τειρεσίας έδωσε ανακριβείς δυσμενείς πληροφορίες σε άλλη Τράπεζα γι` αυτόν (ότι οφείλει το χρέος για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής), χωρίς να διασταυρώσει την αλήθεια του δεδομένου αυτού και χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα προτού κοινοποιήσει στον αποδέκτη την πληροφορία αυτή. Απορριπτέος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αμέσως, μόλις την ειδοποίησε ο ενάγων, προέβη σε διαγραφή της οφειλής, γιατί το υποκείμενο του προσωπικού δεδομένου δεν έχει υποχρέωση ειδοποιήσεως

4.1.7.16.-ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΔΕΛΤΙΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ .
Το συντασσόμενο από τον Επιθεωρητή Εργασίας χειρόγραφο δελτίο ελέγχου αποτελεί διοικητικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ.1 του Ν 2690/1999, του οποίου δικαιούται να λάβει γνώση κάθε ενδιαφερόμενος στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει εύλογο ενδιαφέρον. άρνηση του δικαιώματος αυτού δεν δύναται να θεμελιωθεί σε οποιαδήποτε διάταξη του Ν 2472/1997. Η Υπηρεσία οφείλει να χορηγήσει στον τυχόν δικαιούμενο και αιτούντα να λάβει αντίγραφο του χειρογράφου δελτίου ελέγχου είτε φωτοαντίγραφό του είτε έγγραφο, στο οποίο έχει αποτυπωθεί το ακριβές περιεχόμενο του δελτίου αυτού.

4.1.7.17.- ΕΙΚΟΝΟΛΗΨΙΑ. ΚΑΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΡΑΝΤΑΡ ΣΤΙΣ ΟΔΟΥΣ . Είναι σύννομη η ηλεκτρονική βεβαίωση παραβάσεων του ΚΟΚ και οι σχετικές κλήσεις χωρίς παρουσία αστυνομικού. Αρχή αναλογικότητας. Μπορεί να υποβληθεί μήνυση κατά του οδηγού αλλά δεν είναι σύννομη η απόδειξη στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι οδηγούσε. Γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη σύννομη διαδικασία ανάλογα εάν πρόκειται για πλημμέλημα ή πταίσμα.

4.1.7.18.-ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΦΟΡΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ και τους ζητούνται στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Υποχρέωση των ως άνω φορέων για χορήγηση εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, με σκοπό τη διακρίβωση των κακουργημάτων που αναγράφονται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2225/1994 χωρίς να απαιτείται η έκδοση βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου.


4.1.7.19.- ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ Ασφάλιση ιδιωτική με σκοπό την κάλυψη ιατρικών εξόδων που αφορούν την υγεία των ασφαλισμένων. Η εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας επιβολή της υποχρεώσεως στους ασφαλισμένους της να παράσχουν την συγκατάθεσή τους για την πρόσβαση από αυτήν σε προσωπικά δεδομένα της υγείας τους που τηρούνται από τρίτους και για την διαβίβαση αυτών σε τρίτους, ως αναγκαίου όρου - προϋποθέσεως για την καταβολή σε αυτούς ιατρικών εξόδων που αφορούν την υγεία τους, τιθέμενου στην οικεία εξοφλητική απόδειξη, ώστε ο ασφαλισμένος να μην μπορεί να εισπράξει τα ανωτέρω έξοδα - αποζημίωσή του, εάν δεν θα παρείχε την ως άνω συγκατάθεσή του, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. α` και 7 παρ. 2 εδ. α` του ν. 2472/1997. Επιβολή εις βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας των κυρώσεων που προβλέπονται από το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. β` του ανωτέρω νόμου

4.1.7.20.- ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ.
Συνιστά προσβολή η παράλειψη του υπευθύνου επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων να ελέγξει την ακρίβεια των δεδομένων που καταγράφει στο αρχείο του. Συλλογή και καταχώριση οικονομικών στοιχείων από την "Τειρεσίας Α.Ε." για λογαριασμό της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Εσφαλμένη καταχώριση δυσμενών οικονομικών δεδομένων (διαταγών πληρωμής) που αφορούν σε ανώνυμη εταιρεία. Προσβολή προσωπικότητας της εταιρείας.

4.1.7.21.-ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΓΝΩΣΕΩΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ. ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΕΥΛΟΓΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ . Δεν διαθέτει εύλογο ενδιαφέρον προς γνώση του πρακτικού του υπηρεσιακού συμβουλίου που περιλαμβάνει κρίσεις προϊσταμένων Τμημάτων και Διευθύνσεων του ΥΠΕΣΔΔΑ υπάλληλος άλλου Υπουργείου, απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, επειδή δεν έχει συμμετάσχει στη διαδικασία και δεν έχει τις προϋποθέσεις για να κριθεί από το υπηρεσιακό συμβούλιο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης του ΥΠΕΣΔΔΑ Η άρνηση χορηγήσεως του παραπάνω διοικητικού εγγράφου δεν μπορεί να θεμελιωθεί και στις διατάξεις του Ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

4.1.7.22.-ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ, ΝΑ ΣΥΛΛΕΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΡΙΤΟΥ με την προϋπόθεση ότι αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος του εντολέα τους και ότι για τα δεδομένα αυτά μπορεί να λάβει γνώση ο οποιοσδήποτε είτε από δημόσια προσβάσιμη αρχή είτε από νόμιμο αρχείο τηρούμενο από δικαστικές ή άλλες αρχές του δημοσίου τομέα, προκειμένου να υποστηρίξουν το έννομο συμφέρον ενώπιον δικαστικής αρχής. Η έκδοση ακαλύπτων επιταγών, η διαμαρτύρηση συναλλαγματικών και η έκδοση διαταγών πληρωμής δεν αποτελούν δεδομένα ιδιωτικής ζωής. Γι΄ αυτό, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος των κατηγορουμένων (μεταξύ τους και η δικηγόρος) για χρησιμοποίηση στο δικαστήριο στοιχείου που είχαν συλλέξει από την τράπεζα πληροφοριών "Τειρεσίας" κατά του αντιδίκου τους. Απαλλαγή για παραβίαση διατάξεων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.


4.1.7.23.-ΠΑΡΟΧΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΩΞΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (ΣΔΟΕ) Τα αρμόδια όργανα του ΣΔΟΕ, νομίμως λαμβάνουν γνώση των αιτουμένων στοιχείων, αφού, λόγω των ειδικών διατάξεων που τους διέπουν, έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου και της αποστολής τους, μη υποκείμενα σε περιορισμούς της νομοθεσίας περί απορρήτου και περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υποχρεούμενα όμως στην τήρηση των διατάξεων περί εχεμύθειας του άρθρου 72 του Υπαλληλικού Κώδικα, γι΄ αυτό οι όλες ενέργειές τους θα πρέπει να γίνονται μετά πολλής περισκέψεως και να καλύπτονται από μυστικότητα.


4.1.7.24.-ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΠΑΘΗΣΗΣ . Το αίτημα για χορήγηση στο σύζυγο αντιγράφων διοικητικών εγγράφων όπως π.χ. αποσπάσματα του συνταγολογίου του Ψυχιατρικού Τμήματος Πρωτοβάθμιας Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ από τα οποία να προκύπτει η πάθηση της συζύγου του προσκρούει στην κατά την παρ. 3 άρθρο 5 Ν 2690/99 τήρηση του ιατρικού απορρήτου. Το εάν, όμως, το εν λόγω ιατρικό απόρρητο υπολείπεται του ηθικού καθήκοντος και τούτο υπερτερεί εκείνου, όπως δέχεται η νομολογία, αφού εν προκειμένω τα αιτούμενα έγγραφα θα χρησιμοποιηθούν από τον αιτούντα σε εκδίκαση υπόθεσης επιμελείας τέκνων είναι θέμα ουσίας και θα πρέπει να αποφανθεί η αρμόδια Πρωτοβάθμια Μονάδα Υγείας του ΙΚΑ στην οποία πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση.

4.1.7.25.-ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ. ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ . Το αίτημα για χορήγηση της απόφασης του Δ/ντή του ΙΚΑ ή της γνωμάτευσης της ΑΥΕ σύμφωνα με την οποία ο συνταξιούχος πάσχει από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, ως διοικητικών εγγράφων, προσκρούει στην κατά την παρ. 3 άρθρου 5 Ν. 2690/99 τήρηση του ιατρικού απορρήτου. Το εάν όμως το εν λόγω ιατρικό απόρρητο υπολείπεται του ηθικού καθήκοντος και τούτο υπερτερεί εκείνου, όπως δέχεται και η νομολογία, αφού ο περί ου ο λόγος συνταξιούχος έχει τοποθετηθεί ως μόνιμος εκπαιδευτικός στο ΤΕΕ Σαλαμίνας, είναι θέμα ουσίας και θα πρέπει να αποφανθεί η αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, στην οποία πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση.


4.1.7.26.-ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ Προστασία του πολίτη από τη συλλογή και την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και ειδικότερα εκείνων που χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητα. Τέτοια δεδομένα είναι και εκείνα που αφορούν σε ποινικές διώξεις και καταδίκες προσώπου. Ευχέρεια της διοικητικής αρχής να αρνηθεί την ικανοποίηση δικαιώματος του δικαιουμένου, εφόσον καθίσταται δυσχερής η έρευνα αστυνομικών ή δικαστικών αρχών. Η αστυνομική αρχή δεν έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί σε οποιονδήποτε τα παραπάνω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κάποιου και όταν ζητούνται στοιχεία που αναφέρονται στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή προσώπων απαιτείται η σχετική αίτηση να κρίνεται από τον Εισαγγελέα.

4.1.7.27.-ΧΡΗΣΗ ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ
Χρήση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων από τον δημοσιογράφο της εκπομπής της δεύτερης εταιρείας που ανέλαβε την παραγωγή για την ερωτική ζωή του τραγουδιστή και του σχεδιαστή μόδας. Παράνομη επεξεργασία κατά τα άρ. 4 και 7 του ν. 2472/1997 η κατοχή, καταχώριση σε αρχείο και τηλεοπτική χρήση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του τραγουδιστή και του σχεδιαστή μόδας. Κυρώσεις 1) στην ΑΕ: α) διακοπή της επεξεργασίας και β) καταστροφή των ευαίσθητων δεδομένων των οποίων έγινε χρήση, 2) στο δημοσιογράφο. Επιβολή προστίμων στο δημοσιογράφο, τον εκπρόσωπο της εταιρείας και την ΑΕ για την παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων με τη μορφή τηλεοπτικής χρήσης.
4,1.7.28.- ΚΡΥΦΕΣ ΚΑΜΕΡΕΣ: ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΥΠΟΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΤΟΣΚΟΠΗΣΗΣ .
Την γνωστή υπόθεση του Δημοσίου προσώπου που ασκούσε δημόσια εξουσία ο οποίος υπέβαλε ανήθικες προτάσεις σε ενδιαφερόμενη για εύρεση εργασίας, η οποία τελικά μαγνητοσκόπησε και έστειλε το υλικό σε τηλεοπτική εκπομπή εκδίκασε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ζήτημα που τέθηκε στο ΣτΕ ήταν η βασιμότητα του πειθαρχικού παραπτώματος (παράβαση καθήκοντος), αν δεν ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο της βιντεοταινίας.
Κατά τη γνώμη του τμήματος του ΣτΕ, όχι μόνο οι ιδιώτες αλλά και τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι οι δημοτικοί άρχοντες οι οποίοι εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία από το λαό, έχουν δικαίωμα προστασίας και σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής σε βαθμό τέτοιο ώστε να διασφαλίζεται και σε αυτά μία σφαίρα «ιδιωτικότητας», ενώ στον πυρήνα της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις ιδιωτικής ζωής του ατόμου ανήκει αναμφίβολα και η ερωτική του ζωή
5.-.-Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ Η ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, εφόσον τούτο (δικαστήριο) θεωρεί, ότι τα στοιχεία αυτά συντελούν στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας.(βλ Εισαγγελική Πρόταση που έκανε δεκτή το Συμβούλιο Εφετών στο 984 ./2001 Βούλευμα) «..Το δικαίωμα αυτό έχουν, και ο ανακριτής ή οι προανακριτικοί υπάλληλοι, οι οποίοι, κατά τα άρθρα 251 και επ. Κ.Π.Δ., έχουν δικαίωμα να διενεργούν κατ' οίκον έρευνες, αλλά και σωματικές τοιαύτες, να προβαίνουν σε κατασχέσεις πραγμάτων, εγγράφων, τίτλων αξιών κ.λ.π. Περιορισμοί στη δράση αυτών δεν τίθενται, εκτός εκείνων που η ίδια η ποινική δικογραφία επιβάλλει. Τούτο, σαφώς προκύπτει από το άρθρο 251 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο "Ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι, οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαίτιους του, να εξετάζουν μάρτυρες και κατηγορουμένους, να μεταβαίνουν επί τόπου για ενέργεια αυτοψίας, να διεξάγουν έρευνες, να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο, για τη συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος". Οι ανωτέρω διατάξεις, αλλά και πλήθος άλλων που διέπουν το δικονομικό μας σύστημα, δεν κατηργήθησαν από τον νόμο2472.1997, ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς. Αν ο νομοθέτης είχε τέτοια βούληση, οπωσδήποτε θα εξεφράζετο ρητώς, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Αλλά ούτε και σιωπηρώς δύναται να συναχθεί τέτοια βούληση, διότι τυχόν επέκταση του άνω νόμου και στο πεδίον της ποινικής νομοθεσίας, κατ' ουσίαν θα εσήμαινε κατάργηση βασικών διατάξεων του Κ.Π.Δ., οι οποίες καθορίζουν τις διαδικασίες και τον τρόπο λειτουργίας των αρμοδίων οργάνων της Πολιτείας, για τη βεβαίωση του εγκλήματος και την επιβολή κυρώσεων. Θεμελιώδεις, όμως, διατάξεις του Κ.Π.Δ., είναι αδιανόητο να καταργηθούν σιωπηρώς. Διότι, κατάργηση αυτών, σημαίνει και κατάργηση του κράτους, δοθέντος ότι η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης αποτελεί άσκηση δικαστικής λειτουργίας, δηλαδή εξουσίας κατ' εξοχήν κρατικής. Στο κράτος, άλλωστε, ανήκει η ποινική αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα και η υποχρέωση ανακαλύψεως του δράστη αξιοποίνου πράξεως και η επιβολή κυρώσεων κατ' αυτού. Θα ήταν παράλογο, επομένως, τούτο, δια του ως άνω νόμου, να ήθελε τη σιωπηρή κατάργηση ουσιωδών διατάξεων του Κ.Π.Δ., η οποία θα οδηγούσε στη φίμωση της επ' ακροατηρίω αποδεικτικής διαδικασίας και στην παράλυση της προδικασίας. Με άλλα λόγια, είναι αδιανόητο το κράτος, του οποίου κυρία υποχρέωση είναι η εξασφάλιση στους πολίτες εννόμου τάξεως και ασφαλείας, να ήθελε την αυτοκαταστροφή του και την μετατροπή της χώρας σε ζούγκλα, στην οποία αναπόφευκτα θα οδηγείτο, αν η προστασία των προσωπικών δεδομένων των πολιτών, αξιολογείτο ως σημαντικότερο αγαθό από τη ζωή και την ασφάλεια αυτών. Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι κάθε νόμος εντάσσεται στο όλο σύστημα δικαίου της χώρας και εν σχέσει προς αυτό ερμηνεύεται. Δεν μπορεί, επομένως, ο νομοθέτης δια του ως άνω νόμου να ήθελε να ανατρέψει το δικονομικό σύστημα της χώρας μας, παραλύοντας την νόμιμη δράση κρατικών οργάνων, εντεταλμένων δια την ανακάλυψη, σύλληψη και τιμωρία των εγκληματιών, ούτε να καταστήσει την "αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", υπερσυνταγματική αρχή, η οποία θα εποπτεύει και θα καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας όλων των άλλων αρχών. Από αυτή, άλλωστε, την εισηγητική έκθεση του Ν. 2472/97, δεν προκύπτει πρόθεση επεκτάσεως των διατάξεων αυτού στο ποινικό και δικονομικό σύστημα της χώρας μας. Τουναντίον, σαφής είναι η βούληση του νομοθέτη, να διασφαλισθεί η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ανθρώπου και να προστατευθεί η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητός του, από τους κινδύνους συγχρόνου "φακελώματος" και της δημόσιας διασαλπίσεως στοιχείων, που αφορούν τον ίδιο.»


6.- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Α.- Η προστασία των προσωπικών δεδομένων ανάγεται σε συνταγματικά προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα, με το άρθρο 9Α Συντ. (πρβλ. και άρθρα 2 §1, 5 §1, 9 και 19 Συντ.).
Β.- Με το άρθρο 5Α § 1 Συντάγματος. το δικαίωμα πληροφόρησης-διαφάνειας συμπεριλήφθηκε στο Κεφάλαιο των Ατομικών Δικαιωμάτων. Η Αρχή της διαφάνειας συνδέεται με το δικαίωμα στην πληροφόρηση και εξειδικεύεται στη δυνατότητα των πολιτών να έχουν πρόσβαση στα έγραφα των διοικητικών οργάνων. Η Αρχή της διαφάνειας έχει στόχο τον ουσιαστικό έλεγχο της δράσης των δημοσίων αρχών, ενώ με το άρθρο 5 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) ορίζονται οι προϋποθέσεις πρόσβασης του πολίτη στα διοικητικά έγγραφα, που επιτρέπεται κατόπιν (γραπτής) αίτησης του ενδιαφερομένου και με τη συνδρομή «ευλόγου ενδιαφέροντος», προκειμένου περί δημοσίων εγγράφων ή «ειδικού εννόμου συμφέροντος», προκείμενου περί ιδιωτικών εγγράφων.
Γ.-Το δικαίωμα στην πληροφόρηση δεν συνεπάγεται και δικαίωμα στη δημοσιοποίηση της πληροφορίας ούτε ότι ο έλεγχος της διοικητικής δράσης έχει να κάνει με τη δημοσιοποίηση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Η ελευθερία στην έκφρασης και διάδοση των στοχασμών δεν μπορούν να υπερτερούν έναντι της προστασίας ευαίσθητων δεδομένων. Η απόλυτη αυτή θέση έχει από την Αρχή ερμηνευθεί ως μη εφαρμοζόμενη στα δημόσια πρόσωπα, με δικές μας έντονες επιφυλάξεις.
Δ.-Οι διατάξεις του ν 2472/1997,δεν εφαρμόζονται με αρκετές επιφυλάξεις, στις διαδικασίας ενώπιον των Δικαστηρίων και στην άσκηση των δικαιωμάτων ενώπιον της Δικαιοσύνης, όπως πχ στην ποινική διαδικασία και πχ δεν κατισχύουν της διατάξεως του άρθρου 241 Ποινικής Δικονομίας που καθιερώνει την αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως ,όπως και οι ρυθμίσεις για την λήψη αντιγράφων της ποινικής δικογραφίας (άρθρα 101,104,107,108 ΚΠΔ), δεν εφαρμόζεται όπου εφαρμόζονται διατάξεις περί δικηγορικού, ιατρικού απορρήτου.
Ε)Τα θέματα Ασφαλείας και δημοσίας τάξεως, όπως η χρήση βιομετρικών δεδομένων και καμερών παρακολούθησης, των γενετικών δεδομένων, είναι εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα που πρέπει να σταθμίζεται κάθε φορά το απειλούμενο αγαθό και δεν μπορούν τελικά να ανατρέπουν τον πυρήνα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
ζ) α.-Για να επιτραπεί η πρόσβαση τρίτου που έχει έννομο ενδιαφέρον, σε διοικητικά έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται προσωπικά δεδομένα, πρέπει να γίνεται εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και ταυτόχρονα του ν 2472/97, με παράλληλη εφαρμογή της ρήτρας στάθμισης. Πρέπει πάντοτε να γίνεται ιδιαίτερα προσεκτική εξέταση αν τα δεδομένα συνδέονται με την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή τρίτων ή τα ειδικά απόρρητα και αν είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα
β) Για τα ευαίσθητα δεδομένα πρέπει να ληφθεί άδεια της Αρχής
γ)Για τα λοιπά δεδομένα ,όπως και για τα ευαίσθητα πρέπει να ενημερωθεί το υποκείμενο , πριν ανακοινωθούν σε τρίτους.

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή η αποκλειστική εφαρμογή είτε του άρθρου 5 του ΚΔΔιαδ, είτε των διατάξεων του αν 2472/1997, πράγμα που μας υποχρεώνει σε συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων, με παράλληλη εισαγωγή της ρήτρας στάθμισης ,στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να πληρούνται οι Συνταγματικές διατάξεις .


ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ 3/6/2007

ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ

« Η Αρχή της Διαφάνειας και τα Προσωπικά Δεδομένα ή οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Κράτους και η περίπτωση των προσωπικών δεδομένων »




















3/6/2007


1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην εποχή που ζούμε η επιστήμη και τεχνολογία έχουν φθάσει σε τέτοια επίπεδα προόδου, ώστε πλέον τα τεχνολογικά επιτεύγματα του σήμερα, αύριο να είναι πλέον ξεπερασμένα. Σήμερα η ανθρωπότητα περνά σε μια καινούργια εποχή της Ιστορίας της, είναι εποχή της «κοινωνίας της πληροφορίας ».
Στη καινούργια αυτή εποχή, η εκτεταμένη εφαρμογή της τεχνολογίας των υπολογιστών και του διαδικτύου σε όλο και περισσότερες δραστηριότητες του ανθρώπου δεν μπορεί ν’ αφήνει κανένα αδιάφορο, αφού οι καθημερινές συνέπειες είναι για όλους συνταρακτικές. Το δίκαιο και η απονομή της δικαιοσύνης δέχονται ραγδαίες τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών σ’ ολόκληρο τον κόσμο . Σε παγκόσμιο επίπεδο συντελείται μια αληθινή επανάσταση που αγγίζει όλους τους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου και επηρεάζει τόσο την σταδιακή διαμόρφωση ενός καινούργιου καθεστώτος στην διαμόρφωση του δικαίου, όσο και τη διαμόρφωση άλλων ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων απονομής της δικαιοσύνης. Σήμερα παρουσιάζεται και διαμορφώνεται στο σύγχρονο κόσμο μια νέα γενιά δικαιωμάτων που έχουν σχέση α)με το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία όσο β) και στη προστασία της πληροφορίας από κακόβουλες ενέργειες τρίτων γ) με το δικαίωμα πρόσβασης στα τεχνολογικά μέσα, ενώ τα ατομικά δικαιώματα απειλούνται. Μια νέα διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης γεννιέται αναπόφευκτα μετά από τις τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν προκύψει, όπως κι ένα νέος κλάδος της νομικής επιστήμης αναπτύσσεται γοργά η νομική πληροφορική.
Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και οι νέες μορφές διαφήμισης και ηλεκτρονικών συναλλαγών και κυρίως η συλλογή πάσης φύσεως πληροφοριών μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών οδήγησαν στην αυξημένη ζήτηση προσωπικών πληροφοριών από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Οι προσωπικές αυτές πληροφορίες που αναφέρονται σε κάθε είδους δραστηριότητα, είτε προσωπική είτε επαγγελματική του ατόμου, ονομάζονται προσωπικά δεδομένα.
Η διαφθορά αποτελεί παγκόσμια απειλή για τα Έθνη, πράγμα που οδήγησε στη υπογραφή διεθνούς συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (2003).
Με αφορμή όμως, την αποκάλυψη γεγονότων διαφθοράς στην δημόσια ζωή του τόπου μας αλλά και διεθνώς, έχει ανοίξει μια τεράστια συζήτηση σχετικά με την δήθεν αντίθεση του ατομικού δικαιώματος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων που απαντάται στη διάταξη του άρθρου 9Α του Συντάγματος και της αρχή της διαφάνειας που απαντάται στη διάταξη του άρθρου 10 παρ 3 του Συντάγματος για την ελεύθερη και αδιακώλυτη πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα αλλά και στις διατάξεις των άρθρων 14 παρ 9 ,29 παρ 2 , 102 παρ 5 103 παρ 7 Σ.
Το ζήτημα ως προς τι ακριβώς πρέπει να γίνει, όταν στα διοικητικά έγγραφα ενσωματώνονται και προσωπικά δεδομένα, είναι θέμα καθημερινής πρακτικής στις δράσης της Διοικήσεως και των ελεγκτικών μηχανισμών του Κράτους. Νομίζω ότι το πρόβλημα αφορά την σωστή και αποτελεσματική λειτουργία της Πολιτείας, αλλά και την εύρυθμη λειτουργία της Δημόσιας διοίκησης .

1.1 Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
1.1.1.-Η διαφάνεια αποσκοπεί στην αποκάλυψη και στον ουσιαστικό έλεγχο της δράσης των δημοσίων αρχών. Με το νέο άρθρο 5Α § 1 Συντ. το δικαίωμα αυτό συμπεριλήφθηκε στο Κεφάλαιο των Ατομικών Δικαιωμάτων, ενώ με το άρθρο 5 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) ορίζονται οι προϋποθέσεις πρόσβασης του πολίτη στα διοικητικά έγγραφα, που επιτρέπεται κατόπιν (γραπτής) αίτησης του ενδιαφερομένου και με τη συνδρομή «εύλογου ενδιαφέροντος (συγκεκριμένης προσωπικής έννομης σχέσης συνδεόμενης με το περιεχόμενο των διοικητικών στοιχείων, στα οποία
ζητείται η πρόσβαση,( Βλ ΣτΕ 1214/2000, ΔΔ 2001.1201), προκειμένου περί δημοσίων εγγράφων ή «ειδικού εννόμου συμφέροντος», προκείμενου περί ιδιωτικών εγγράφων.
Η αρχή της διαφάνειας, παραπέμπει περαιτέρω στη δυνατότητα ελεύθερης και αδιακώλυτης πρόσβασης των πολιτών και στα εθνικά και των κοινοτικά όργανα όσο και των και στη διαφάνεια της λειτουργίας τους. Η διαφάνεια συνδέεται με το αίτημα των πολιτών για την ευρύτερη πρόσβαση στις πληροφορίες και στα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της καθώς και για την αυξημένη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων η οποία θα συνέβαλλε στη δημιουργία αισθήματος εγγύτητας με την Ένωση και τα κράτη μέλη .

1.1.2.-Με το άρθρο 255 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας επιβεβαιώνεται το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος.
Ο κανονισμός της 30ής Μαΐου 2001 θέτει σε ισχύ αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των τριών κοινοτικών οργάνων. Διατηρεί όμως δύο βασικές εξαιρέσεις από την κύρια αρχή: τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η άρνηση της πρόσβασης στα έγγραφα είναι θεμιτή (κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα, τις διεθνείς σχέσεις κ.τ.λ.) και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση δεν είναι δεκτή (προστασία των εμπορικών συμφερόντων ενός ιδιώτη κ.τ.λ.), εκτός κι αν υπάρχει δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη δημοσίευση του εγγράφου.
Το άρθρο 255 ενσωματώθηκε στη συνθήκη το 1997, αλλά το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν ήδη εγκρίνει κώδικα δεοντολογίας από τον Δεκέμβριο του 1993. Ο κώδικας αυτός καθορίζει τις κοινές αρχές των δύο οργάνων στο πλαίσιο της δήλωσης αρ. 17 σχετικά με το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφόρηση που προσαρτάται στην τελική πράξη της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βάσει του κώδικα αυτού, τα δύο όργανα ενσωμάτωσαν στον κανονισμό λειτουργίας τους ειδικές διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφά τους.
1.1.3.- Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999), όπως και με εκείνες του προϊσχύσαντος Ν. 1599/1986, καθιερώθηκε και υλοποιήθηκε η θεμελιώδης αρχή της δημοσιότητας και της διαφάνειας της δράσεως της διοικήσεως, με την παροχή προς πάντα ενδιαφερόμενο της δυνατότητας γνώσεως των διοικητικών εγγράφων, είτε με επιτόπια μελέτη αυτών, είτε με λήψη αντιγράφων . Παράλληλα σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ 2 Σ καθιερώθηκε με το άρθρο 6 του ν 2690/1999,το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου στις διοικητικές διαφορές .
Ως διοικητικά έγγραφα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5. νοούνται «όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από δημόσιες υπηρεσίες», η παράθεση δε στην παρ. 1 ορισμένων διοικητικών εγγράφων είναι ενδεικτική,(Βλ ΣτΕ 527/1991, επί της όμοιας διατάξεως άρθρου 16 Ν, 1599/1986).
Για την θεμελίωση του δικαιώματος γνώσεως των διοικητικών εγγράφων και των εξομοιουμένων με αυτά, απαιτείται η συνδρομή ευλόγου ενδιαφέροντος του αιτούντος , όπως προκύπτει τόσο από τη ρητή διατύπωση του νόμου («κάθε ενδιαφερόμενος») όσο και από την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και τις γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, επί της διατάξεως του άρθρου 16 Ν. 1599/86 ( βλ ΝΣΚ:130/2000).
Η αρμοδία Διοικητική Αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του ως άνω δικαιώματος, στις περιπτώσεις που τα έγγραφα αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται απόρρητο , το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις . Επίσης, η Διοίκηση μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση των στοιχείων στις περιπτώσεις που είναι δυνατόν να δυσχεράνουν ουσιωδώς την έρευνα δικαστικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παραβάσεως.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι τι πρέπει να πράξει η διοίκηση, όταν στα δημόσια έγγραφα αυτά ενσωματώνονται προσωπικά δεδομένα.
2.1.- ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων συναντάται στη διάταξη του άρθρου 9Α του ισχύοντος Συντάγματος σύμφωνα με την οποία :
«Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και
χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.»
Ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει τα πρόσωπα-φορείς του δικαιώματος, έναντι της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων. Η προστασία που εισάγεται, αφορά όχι μόνον την επεξεργασία αλλά και την συλλογή προσωπικών δεδομένων.
Στον εκτελεστικό του Συντάγματος Ν.2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Φ.Ε.Κ. Α' 50), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Αντικείμενο του νόμου Ν.2472/1997 είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής..
Για τους σκοπούς του νόμου Ν.2472/1997 νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.
β)"Ευαίσθητα δεδομένα ", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων
γ)"Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων του χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική».
δ)"Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.
ε)"Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και το οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο.
στ)."Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο
ζ)"Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο το υποκείμενο των επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
η) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.
θ) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρει επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα.
1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:
Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών
Προϋποθέσεις επεξεργασίας: 1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο. Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών».
Γνωστοποίηση. 1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη της επεξεργασίας. 2. Με τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει απαραιτήτως να δηλώνει Το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία ή τον τίτλο του και τη διεύθυνση του.
Απαλλαγή υποχρέωσης γνωστοποίησης και λήψης άδειας. 1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του Ν.2472/1997 στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικά για σκοπούς που συνδέονται άμεσα με σχέση εργασίας ή έργου ή με παροχή υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα και είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος ή για την εκτέλεση των υποχρεώσεων από τις παραπάνω σχέσεις και το υποκείμενο έχει προηγουμένως ενημερωθεί, 2) Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς..
Η συγκέντρωση και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους επέμβασης στην προσωπική σφαίρα και στην ιδιωτική ζωή του ατόμου. Κάθε δραστηριότητα του σύγχρονου ανθρώπου γίνεται καθημερινά αντικείμενο επεξεργασίας και ανάλυσης γεγονός που χρήζει αντιμετώπισης και νομική κατοχύρωσης πράγμα που έγινε με τον ν. 2472/97 που αναλύεται ανωτέρω επιγραμματικά, η εφαρμογή του οποίου απαιτεί την τήρηση των ακόλουθων αρχών:

2.1.1.-ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του εκτελεστικού του νόμου η επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να γίνεται κάτω από συγκεκριμένες αρχές :
Α)Η επεξεργασία είναι νόμιμη, ως μέσο εξυπηρέτησης ενός συγκεκριμένου νόμιμου σκοπού.
Β)Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να εφαρμόζεται για να γίνεται σαφές κατά πόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία.
Γ)Η ακρίβεια των δεδομένων είναι ουσιώδες στοιχείο της νομιμότητας τους.
Δ)Πρέπει να τηρούνται όλες οι αρχές του νόμου από το υπεύθυνο επεξεργασίας.
Ε) Υπάρχει αυξημένη προστασία στα ευαίσθητα δεδομένα για τα οποία κατ’ αρχήν δεν επιτρέπεται η επεξεργασία , αλλά η κάμψη της επιτρέπεται για νομίμους λόγους και οπωσδήποτε με άδεια της ΑΡΧΗΣ.
ΣΤ) Η συγκατάθεση του υποκειμένου είναι βασικός λόγος επιτρεπτής επεξεργασίας δεδομένων, όπως και η αντίθεση του, είναι βασικός λόγος μη επιτρεπτής επεξεργασίας δεδομένων.
Αυτά τα δικαιώματα προϋποθέτουν ενημέρωση του υποκειμένου, ώστε: 1)να πληροφορείται την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν και 2) να μπορεί να λάβει γνώση δεδομένων που το αφορούν .
Ζ)Τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να τηρούνται με ασφάλεια και εμπιστευτικότητα.
Για την αμεσότερη και ταχύτερη προστασία των πολιτών από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων θεωρήθηκε αναγκαία η ίδρυση μιας Ανεξάρτητης Αρχής που θα εποπτεύει και θα ασχολείται αποκλειστικά με αυτό το αντικείμενο.
Η αρχή αυτή, που ιδρύθηκε με τον ν 2472/97 και ονομάστηκε «Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» έχει ποικίλες αρμοδιότητες μεταξύ των οποίων είναι να εκδίδει οδηγίες και αποφάσεις και να γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Η συνταγματική αποστολή της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων .είναι η διασφάλιση του ατομικού δικαιώματος, η τήρηση των κανόνων προστασίας και ο έλεγχος σεβασμού των αρχών αυτών .
Για την επεξεργασία και συλλογή προσωπικών δεδομένων είναι απαραίτητη άδεια από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Οι Οδηγίες για την χορήγηση άδειας επεξεργασίας αναλύονται στην Κανονιστική Πράξη 1/1999 της «Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» σχετικά με την ενημέρωση υποκειμένου των δεδομένων κατ' άρθρο 11 Ν. 2472/1997 και στην Απόφαση 408/1998 της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, σχετικά με την ενημέρωση υποκειμένων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δια του τύπου.

2.1.2.-ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ- Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
2.1.2.1.-Η Ευρωπαϊκή .Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4/11/1950 μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και τέθηκε σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 1953. Απέβλεπε να ενισχύσει την προστασία των δικαιωμάτων που αναφέρονταν στην Σχετική Οικουμενική Διακήρυξη, που είχε ψηφίσει το έτος 1948 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Δημιουργήθηκε, έτσι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και προβλέπεται η ενώπιον του ατομική προσφυγή, αφού προηγουμένως εξαντληθούν τα ένδικα μέσα στα εθνικά δικαστήρια. Η σύμβαση, όπως είναι γνωστό, κυρώθηκε από το Ελληνικό κράτος με το Ν.2329/1953 και τέθηκε ξανά σε ισχύ με το Ν.Δ.53/1974. Έκτοτε αποτελεί μέρος της Ελληνικής έννομης τάξης, με υπερέχουσα ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ως διεθνής σύμβαση (αρθρ. 28 § 1του Σ).
Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ αναφέρεται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, χωρίς ειδική αναφορά του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το άρθρο 8 ΕΣΔΑ ερμηνεύθηκε ώστε τα προσωπικά δεδομένα να θεωρηθούν ειδικότερη έκφανση του γενικού δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής.
2.1.2.2.-Η τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής και επικοινωνιών και των επιπτώσεων τους στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, υποχρέωσε τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στην υπογραφή της 108/28.1.1981 Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη προστασία των προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Η Σύμβαση αυτή που ισχύει τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα .
2.1.2.3.-Το έτος 1977 με Κοινή Δήλωση το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή διακήρυξαν πανηγυρικά ότι οφείλουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα εθνικά συντάγματα των κρατών μελών και στην ΕΣΔΑ. Η ίδια διατύπωση επαναλαμβάνεται στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (το πρώτο κείμενο που τροποποίησε ουσιαστικά τις Συνθήκες) του έτους 1987.
2.1.2.4.-Στις 24 Οκτωβρίου 1995 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θέσπισαν την Οδηγία 95/46 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Πρόκειται για ένα από τα πληρέστερα παγκοσμίως κείμενα για την προστασία προσωπικών δεδομένων, το οποίο δεσμεύει τα κράτη μέλη της Ε.Ε. να εισαγάγουν και να εφαρμόσουν ένα συγκεκριμένο νομικό σύστημα.
2.1.2.5. Υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975 προστατεύονταν η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, δεν υπήρχε όμως πρόβλεψη για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Είχε, όμως, κριθεί αυτό από το ΣτΕ ότι στην ιδιωτική ζωή περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων και προστατεύονταν κάθε τι που αφορά την υγεία του προσώπου, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, η οικογενειακή συμπεριφορά του και η ερωτική του ζωή. ΄Αλλωστε, το δικαίωμα στην προστασία από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορούσε να θεμελιωθεί και επί των συνταγματικών διατάξεων σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας που προστατεύονται εξ άλλου και με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ΕΣΔΑ).
2.1.2.6.-Το έτος 1995 εκδόθηκε η γνωστή Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προς τα Κράτη – μέλη «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών», η οποία και τα υποχρέωσε να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς το περιεχόμενό της.
Το Ελληνικό κράτος συμμορφώθηκε με την ως άνω επιταγή και εξέδωσε τον Ν.2472/1997 «περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και ίδρυσε τη ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων με σκοπό την εποπτεία και έλεγχο της τήρησης του νόμου αυτού, καθώς και άλλων ρυθμίσεων όπως αυτών του Ν.2774/1999 για τις δημόσιες τηλεπικοινωνίες, όπως επίσης και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που κάθε φορά της ανατίθενται.
2.1.2.7.- Με το ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων της 6ης Απριλίου 2001 προστέθηκε στο Σύνταγμα η διάταξη του άρθρου 9Α με την οποία η προστασία των προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα κατοχυρώθηκε και συνταγματικά .
2.1.2.8.-Σύμφωνα με το άρθρο 286 της Συνθήκης για την ΕΚ, η Κοινότητα αυτοδεσμεύεται να τηρεί και η ίδια την Οδηγία. Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή, «προσωπικά δεδομένα» είναι κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε έναν άνθρωπο, η ταυτότητα του οποίου μπορεί να προσδιοριστεί. Καμία χρήση («επεξεργασία») αυτών των δεδομένων δεν επιτρέπεται, αν ο σκοπός της δεν είναι νόμιμος, θεμιτός και καθορισμένος. Για να είναι νόμιμη η χρήση πρέπει τα δεδομένα να είναι κατάλληλα, ακριβή, συναφή προς τον σκοπό συλλογής και χρήσης και όχι περισσότερα από όσα χρειάζονται ενόψει αυτού του σκοπού. Η χρήση των δεδομένων για άλλο σκοπό από αυτόν που αρχικά συγκεντρώθηκαν, απαγορεύεται! Επίσης δεν πρέπει να διατηρούνται για χρονική διάρκεια πέραν από την αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο έγινε η συλλογή (άρθρο 5).
2.1.2.9.- Αξίζει να ξέρουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους δημόσιας ασφάλειας, έχει εκδώσει την Οδηγία διατήρησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για αντεγκλητικούς σκοπούς, το Σχέδιο Απόφασης-Πλαισίου του Συμβουλίου ΕΕ για την προστασία προσωπικών δεδομένων στο πεδίο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας των κρατών σε ποινικές υποθέσεις. Στη Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ένας νέος κοινοτικός θεσμός: του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος αποτελεί την αρμόδια ανεξάρτητη αρχή της ΕΕ.
4.-ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΡΧΩΝ :ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ-ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ :
4.1.- Η ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ και Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ:
4.1.1.-Με τις διατάξεις του Ν 2472/1997, οι οποίες αποτελούν μεταφορά των διατάξεων της Οδηγίας 94/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24-10-1995 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (ΕΕΙ 281/23-11-1995 σ.31), θεσπίσθηκαν οι προϋποθέσεις επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προς διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, που προβλέπεται επίσης στο άρθρο 8 της κυρωθείσας με το Ν.Δ.53/1974 και έχουσας υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και στις γενικές αρχές του Κοινοτικού Δικαίου.
4.1.2.-Από την διατύπωση, αλλά και από το όλο πνεύμα και τον σκοπό των διατάξεων του Ν. 2472/1997 προκύπτει, ότι το αντικείμενο του νομοθετήματος αυτού, που αναφέρεται στη θέσπιση των προϋποθέσεων για την προστασία του ατόμου και ιδίως της ιδιωτικής του ζωής από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που αφορά στο δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα.
Συγκεκριμένα οι διατάξεις του Ν. 2472/1997 έχουν ως σκοπό την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: όπως αυτά νοούνται από τις ίδιες διατάξεις. Οι αυτές όμως διατάξεις (άρθρο 2 περ. δ') δίδουν σαφώς την έννοια της «επεξεργασίας» , που είναι απαγορευμένη και ως τέτοια θεωρούν κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο και λοιπά νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς την βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση κ.λ.π.
Δηλαδή οι πιο πάνω διατάξεις για να τύχουν εφαρμογής θα πρέπει να υπάρχει «επεξεργασία» προσωπικών δεδομένων και προς τον σκοπό που διαγράφουν αυτές. Τούτο, άλλωστε, ρητά ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου που διαλαμβάνει ότι, «οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στην μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο».
4.1.3.-Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας έχουν τελείως διαφορετικό σκοπό:
Α)Θεσμοθετούν τη διαφάνεια στις ενέργειες της Διοικήσεως,
Β)Δίνουν το δικαίωμα σε κάθε τρίτο, που έχει εύλογο ενδιαφέρον ή έννομο συμφέρον, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και τούτο για να προασπίσει νόμιμα συμφέροντα του και όχι, βέβαια για οποιαδήποτε «επεξεργασία» επί αυτών
4.1.5.- Το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής στο άρθρο 9 § 1 εδάφ. β' Συντ. αφορά την απαγόρευση της δημοσιοποιήσεως της ιδιωτικής ζωής, η οποία ορίζεται σε αντιδιαστολή με τη δημόσια ζωή, δηλ. την κοινωνική ή επαγγελματική ζωή του ατόμου, που συμπεριλαμβάνει τις σχέσεις του ατόμου με ανοικτό κύκλο προσώπων, ενώ η οικογενειακή ζωή αφορά τη συμπεριφορά του ατόμου ως μέλους ορισμένης οικογένειας. Υπό την έννοια αυτή, η επαγγελματική δραστηριότητα δεν εμπίπτει στο απόρρητο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και, συνεπώς, δεν δύναται να έχει εν προκειμένω εφαρμογή η απαγόρευση πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα.
Δικαίωμα γνώσης των διοικητικών εγγράφων έχει, σύμφωνα με το νόμο, κάθε «ενδιαφερόμενος» και, συνεπώς, δεν απαιτείται ο αιτών να αποδείξει έννομο συμφέρον . Η νομολογία κάνει λόγο για «εύλογο» ενδιαφέρον του αιτούντος , εισάγοντας έτσι μια πρόσθετη προϋπόθεση που δεν προβλέπεται στο νόμο, η οποία, σύμφωνα με την επιστήμη, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για την εισαγωγή του έννομου συμφέροντος ως προϋπόθεσης νια την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα. Η αρχή που παρέχει πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα πρέπει να εφαρμόσει τους κανόνες του ν. 2472/1997 . Συνεπώς, πρέπει να τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 4 και 5 ν. 2472/1997, ενώ ειδικώς για τα ευαίσθητα δεδομένα , το άρθρο 7.
4.1.6.-Σύμφωνα με το άρθρο 25 § 4 του Οργανισμού Δικαστηρίων, Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων φορέων του δημόσιου τομέα, να χορηγήσουν έγγραφα, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά ή νομικά. Η χορήγηση ευαίσθητων πληροφοριών από τον υπεύθυνο επεξεργασίας προς τον εκάστοτε αιτούντα θίγει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ή το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής πρέπει πάντοτε να πρέπει να τηρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο ν. 2472/1997, και να ζητείται άδεια από την Αρχή για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, πέραν της εισαγγελικής παραγγελίας, από τον υπεύθυνο επεξεργασίας , (άρθρο 7 § 3 εδάφ. α' ν. 2472/1997). Και ακόμη, πρέπει να ενημερώνεται το υποκείμενο των δεδομένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 § 3 ν. 2472/1997.
Αιτήματα χορήγησης εγγράφων υποβάλλονται πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά στο πλαίσιο προανάκρισης ή ανάκρισης, κατά το άρθρο 261 ΚΠΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτήν, εφόσον διεξάγεται ανάκριση, ο εισαγγελέας και ο ανακριτής ή ο ανακριτικός υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει από τους δημόσιους υπαλλήλους και τα λοιπά αναφερόμενα στο άρθρο 212 ΚΠΔ πρόσωπα, να του παραδώσουν οποιαδήποτε έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά.
4.1.7.- Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
4.1.7.1. ΓΝΩΣΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ:
Από διατάξεις του Ν.2472/1997, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί με την υπ' αριθμό. 115/2001 οδηγία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνάγονται τα ακόλουθα:
α) «Η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων πρέπει να πραγματοποιείται με θεμιτά μέσα και με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των εργαζομένων στο χώρο της εργασίας και γενικότερα, στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων ».
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως εργαζόμενοι, κατά την εν λόγω Οδηγία, νοούνται οι απασχολούμενοι τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς επίσης και οι υποψήφιοι για εργασία. Γιατί, όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτήν (οδηγία) «στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει μεν εξαρχής η σχέση εξάρτησης που χαρακτηρίζει την εργασιακή σχέση, ωστόσο είναι προφανές ότι κάποιος που αναζητεί εργασία βρίσκεται κατά κανόνα σε θέση που δεν του επιτρέπει να επιλέξει ελεύθερα ποια δεδομένα που τον αφορούν θα καταστήσει γνωστά και προσιτά σε τρίτους και άρα χρειάζεται αυξημένη προστασία...».
β) « Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1α του Ν. 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (των εργαζομένων) πρέπει να συλλέγονται και να υφίσταται επεξεργασία για σαφείς και καθορισμένους σκοπούς Τόσο από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, όσο και από την υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων, συνάγεται ότι οι σκοποί επεξεργασίας θα πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστοί στους εργαζομένους και κατανοητοί από αυτούς».
γ) « Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1β του Ν,2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά χρειάζονται ενόψει των σκοπών επεξεργασίας, στο πλαίσιο των σχέσεων απασχόλησης και της οργάνωσης της εργασίας...».
δ) «Η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον εργαζόμενο ή τον υποψήφιο από τρίτους είναι ανεκτή, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 παρ. 1 και του άρθρου 5 παρ. 2α, β, και ε, μόνο εφόσον είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού. . ».
ε) « Σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 4 του Ν.2472/1997, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 7Α παρ. 1α, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων μπορεί να διαβιβάζονται ή να κοινοποιούνται σε τρίτους μόνο για σκοπούς που σχετίζονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης ή εφόσον η διαβίβαση προβλέπεται από νόμο που συνάδει με τα οριζόμενα στο Ν.2472/1997 (π.χ. διαβίβαση σε ασφαλιστικούς οργανισμούς). Επισημαίνεται ότι, και στην περίπτωση της διαβίβασης ή της κοινοποίησης, που συνιστούν άλλωστε μορφές επεξεργασίας η συγκατάθεση των εργαζομένων δεν μπορεί να άρει την απαγόρευση της υπέρβασης του σκοπού. »
στ) «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων νόμου ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων στα συνδικαλιστικά τους όργανα επιτρέπεται μόνον εφ' όσον αυτά είναι απαραίτητα για άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και μόνον στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο. »


4.1.7.2.- ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΑΠΑΛΛΑΓΕΝΤΩΝ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΣΕΩΣ ΈΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ.
Η γνωστοποίηση εξαγγελλόμενης διερεύνησης για τη διαπίστωση της νομιμότητας ή μη διοικητικών πράξεων, με τις οποίες χορηγήθηκε απαλλαγή από την υποχρέωση στράτευσης για λόγους υγείας, έστω και αν αφορούν πρόσωπα γνωστά στο ευρύτερο κοινό, δεν συνιστά επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων δυνάμενη να επιτραπεί κατά το άρθρο 7 του Ν. 2472/1997. Νομίμως απερρίφθη με την προσβαλλόμενη απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα το αίτημα που υπέβαλε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, να δημοσιοποιήσει τα ονόματα προσώπων που είχαν τύχει της ανωτέρω απαλλαγής.

4.1.7.3.- ΔΙΜΕΡΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΕΠΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ, ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ Κ.Α. ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΩΝ ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ.
Η χορήγηση αντιγράφων εγγράφων από την ελληνική Τελωνειακή Διοίκηση προς τις τουρκικές και βουλγαρικές Τελωνειακές Διοικήσεις, στα πλαίσια του καθήκοντος της αμοιβαίας συνεργασίας και συνδρομής, επί τελωνειακών θεμάτων, που καθορίζονται από δύο διμερείς συμβάσεις (που κυρώθηκαν με τους νόμους 2895/2001 και 2766/1999), επειδή γίνεται προς εκπλήρωση υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, δεν προσκρούει στις διατάξεις περί φορολογικού, τελωνειακού και επαγγελματικού απορρήτου. Στις περιπτώσεις που τα ανωτέρω έγγραφα περιέχουν προσωπικά δεδομένα, θα πρέπει και πάλι να δοθούν αντίγραφά τους, μετά από άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, εκτός αν η άδεια αυτή δεν είναι απαραίτητη, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν 2472/1997, όπως ισχύει σήμερα

4.1.7.4.- Η ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ ΤΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΑΥΤΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΣΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Η αναγραφή στην επετηρίδα των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών της ηλικίας αυτών δεν είναι αντίθετη στη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Δεν αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία και στην συναφή ελληνική νομοθεσία περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, η θέσπιση διαφορετικού ορίου ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία μεταξύ των διαφόρων βαθμών του κλάδου των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών.

4.1.7.5 ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΓΡΑΠΤΟ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΔΕΝ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ ΑΛΛΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥ Προσφυγή κατά του ΑΣΕΠ. Άρνηση ικανοποίησης δικαιώματος πρόσβασης της προσφεύγουσας σε προσωπικά δεδομένα δια της χορηγήσεως αντιγράφου της γραπτής της δοκιμασίας. Δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στα προσωπικά του δεδομένα, έννοια και περιορισμοί.
Δεν συντρέχουν στην περίπτωση αυτή λόγοι περιορισμού στο δικαίωμα πρόσβασης των υποψηφίων στους γραπτούς διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ. Το δικαίωμα πρόσβασης δεν συνεπάγεται απλή επίδειξη του γραπτού αλλά χορήγηση αντιγράφου του με επιβάρυνση του αιτούντος. Αρμοδιότητα της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων να επιτάσσει προς τις διοικητικές αρχές το δικαίωμα χορήγησης αντιγράφων προς τους ενδιαφερομένους, εφόσον αυτά αφορούν προσωπικά τους δεδομένα

4.1.7.6-ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ
Προστασία από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αποστολή διαφημιστικού εντύπου. Η απλή αποστολή διαφημιστικού εντύπου, εφόσον δεν συνδέεται με άλλες ενέργειες, αναγόμενες στη συλλογή, επεξεργασία και συσχέτιση πληροφοριών που αφορούν την ιδιωτική και δημόσια ζωή του ανθρώπου, δεν συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν δικαιολογεί την επιδίκαση χρηματική ικανοποίησης.

4.1.7.7.- Η ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥΣ, ΑΡΜΟΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ, ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΝΟΜΙΜΗ ΚΑΙ ΘΕΜΙΤΗ
Τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σκοπούς και η επεξεργασία τους πρέπει να είναι θεμιτή και νόμιμη. Υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων. Προϋπόθεση άρσης της υποχρέωσης αυτής. Πότε η επεξεργασία των δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Απαιτείται πάντως η επεξεργασία να διενεργείται για τους καθορισμένους σκοπούς του συγκροτηθέντος αρχείου με βάση τα συλλεγέντα δεδομένα. Συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τράπεζα για τη συγκρότηση αρχείου πελατών της. Η διαβίβαση όμως των πληροφοριών για την οικονομική συμπεριφορά των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων στην Υπηρεσία τους, αρμόδια για τον πειθαρχικό έλεγχο, δεν συνιστά επεξεργασία νόμιμη και θεμιτή.

4.1.7.8.- ΟΤΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΕ ΤΡΙΤΟΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ
Όταν πρόκειται να ανακοινωθούν προσωπικά δεδομένα σε τρίτον απαιτείται η ενημέρωση του υποκειμένου αυτών, έστω και αν έχει εφαρμογή το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, οπότε δεν απαιτείται η συγκατάθεση των υποκειμένων των στοιχείων. Ανακοίνωση από την αιτούσα σε τρίτον οικονομικών στοιχείων τρίτου προσώπου χωρίς να έχει γίνει σχετική ανακοίνωση.

4.1.7.9.-ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΝΤΟΣ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΝ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ, ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣ
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων έχει ιδιαίτερο καθήκον επιμελούς διαφύλαξης αρχείου με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για νόμιμους σκοπούς και αποφυγής αμελών ενεργειών που θίγουν τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων. Διαβίβαση από την αιτούσα ασφαλιστική εταιρεία προσωπικών στοιχείων του καταγγέλλοντος, τα οποία περιέχονταν στο αρχείο της, σε τράπεζα για την έκδοση πιστωτικής κάρτας χωρίς τη συγκατάθεσή του.

4.1.7.10.-ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΗΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ , συνιστάμενα στην ανακοίνωση από τον κατηγορούμενο, υπεύθυνο ψυχιατρικής κλινικής στοιχείων που αφορούσαν την ψυχική υγεία της μηνύτριας και τη χρήση από το δεύτερο κατηγορούμενο αυτών των στοιχείων. Απαλλαγή κατηγορουμένου λόγω έλλειψης αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, εφόσον η ανακοίνωση από τον πρώτο κατηγορούμενο των επίδικων στοιχείων είναι νόμιμη και ακολούθησε η νόμιμη διαδικασία, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος προσκόμισε τη βεβαίωση στον ανακριτή προκειμένου να βοηθήσει τις Δικαστικές Αρχές στην ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας και άρα τη χρήση της επίδικης βεβαίωσης ήταν νόμιμη.

4.1.7.11.-ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΣΕ ΤΡΙΤΟΝ .
α) Για την χορήγηση αντιγράφου πειθαρχικής αποφάσεως σε τρίτον, εφαρμοστέες τυγχάνουν εν αρχή οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν 2690/1999 και αν δεν συντρέχει περίπτωση απαγορεύσεως σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 5 του Ν 2690/1999, χωρεί εφαρμογή των διατάξεων του Ν 2472/1997. β) Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Ν 2472/1997, το αντίγραφο χορηγείται εκτός των άλλων, αν η χορήγησή του είναι πρόσφορο, αναγκαίο και μη επαχθές μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος (αρχή της αναλογικότητας). Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις και το αίτημα πρέπει να απορριφθεί.

4.1.7.12.-ΑΙΤΗΣΗ ΛΗΨΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ . Πρέπει να αναφέρεται το εύλογο ενδιαφέρον του αν πρόκειται για διοικητικά έγγραφα και το ειδικό έννομο συμφέρον του αν είναι ιδιωτικά έγγραφα. Πρέπει να προσδιορίζονται και τα συγκεκριμένα έγγραφα. Άρνηση χορήγησης αντιγράφων. Αρμόδιος είναι ο εισαγγελέας πρωτοδικών ο οποίος με αιτιολογημένη παραγγελία υποχρεώνει την διοίκηση να εκδώσει αντίγραφα. Υποχρέωση συμμόρφωσης. Οι εισαγγελικές παραγγελίες είναι δεσμευτικές για την διοίκηση ακόμα αν και στα αντίγραφα περιλαμβάνονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Ο νόμος δεν καθιερώνει απόρρητο

4.1.7.13.- ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΤΗΣ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΘΟΥΝ ΣΚΟΠΟΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
Παρακολούθηση από Τράπεζα του λογαριασμού μισθοδοσίας υπαλλήλου της, προκειμένου να εξυπηρετηθούν σκοποί πειθαρχικού ελέγχου (έλεγχος συμμετοχής του σε τυχερά παίγνια-καζίνο). Μη νόμιμη η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ανεξάρτητα από το αν είναι αναγκαία για την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, δηλαδή για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας του εργοδότη στον υπάλληλο.

4.1.7.14.- ΥΠΑΙΤΙΑ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΟΤΕ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΚΛΗΣΕΩΣ ΠΕΛΑΤΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑ ΑΠΟΡΡΗΤΑ , Προστασία προσωπικών δεδομένων. Υπαίτια παράλειψη των οργάνων του ΟΤΕ να καταχωρήσουν τον αριθμό κλήσεως πελάτου του στα απόρρητα, καίτοι ο τελευταίος είχε ζητήσει εγγράφως τούτο και του εδηλώθη αρμοδίως ότι το ανωτέρω αίτημά του είχε γίνει δεκτό, με παράλληλη χρέωσή του με τέλη μη ανακοινώσιμης συνδέσεως. Συνιστά μορφή αθετήσεως των κανόνων για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
4.1.7.15.- ΕΥΘΥΝΗ "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΝΑΚΡΙΒΩΝ ΔΥΣΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ .
Παρά το γεγονός ότι ο ενάγων εξόφλησε την οφειλή του από διαταγή πληρωμής για απαίτηση Τράπεζας λόγω δανείου, στο οποίο ήταν εγγυητής, εντούτοις η ΑΕ. Τειρεσίας έδωσε ανακριβείς δυσμενείς πληροφορίες σε άλλη Τράπεζα γι` αυτόν (ότι οφείλει το χρέος για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής), χωρίς να διασταυρώσει την αλήθεια του δεδομένου αυτού και χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα προτού κοινοποιήσει στον αποδέκτη την πληροφορία αυτή. Απορριπτέος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αμέσως, μόλις την ειδοποίησε ο ενάγων, προέβη σε διαγραφή της οφειλής, γιατί το υποκείμενο του προσωπικού δεδομένου δεν έχει υποχρέωση ειδοποιήσεως

4.1.7.16.-ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΔΕΛΤΙΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ .
Το συντασσόμενο από τον Επιθεωρητή Εργασίας χειρόγραφο δελτίο ελέγχου αποτελεί διοικητικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ.1 του Ν 2690/1999, του οποίου δικαιούται να λάβει γνώση κάθε ενδιαφερόμενος στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει εύλογο ενδιαφέρον. άρνηση του δικαιώματος αυτού δεν δύναται να θεμελιωθεί σε οποιαδήποτε διάταξη του Ν 2472/1997. Η Υπηρεσία οφείλει να χορηγήσει στον τυχόν δικαιούμενο και αιτούντα να λάβει αντίγραφο του χειρογράφου δελτίου ελέγχου είτε φωτοαντίγραφό του είτε έγγραφο, στο οποίο έχει αποτυπωθεί το ακριβές περιεχόμενο του δελτίου αυτού.

4.1.7.17.- ΕΙΚΟΝΟΛΗΨΙΑ. ΚΑΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΡΑΝΤΑΡ ΣΤΙΣ ΟΔΟΥΣ . Είναι σύννομη η ηλεκτρονική βεβαίωση παραβάσεων του ΚΟΚ και οι σχετικές κλήσεις χωρίς παρουσία αστυνομικού. Αρχή αναλογικότητας. Μπορεί να υποβληθεί μήνυση κατά του οδηγού αλλά δεν είναι σύννομη η απόδειξη στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι οδηγούσε. Γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη σύννομη διαδικασία ανάλογα εάν πρόκειται για πλημμέλημα ή πταίσμα.

4.1.7.18.-ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΦΟΡΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ και τους ζητούνται στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Υποχρέωση των ως άνω φορέων για χορήγηση εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, με σκοπό τη διακρίβωση των κακουργημάτων που αναγράφονται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2225/1994 χωρίς να απαιτείται η έκδοση βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου.


4.1.7.19.- ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ Ασφάλιση ιδιωτική με σκοπό την κάλυψη ιατρικών εξόδων που αφορούν την υγεία των ασφαλισμένων. Η εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας επιβολή της υποχρεώσεως στους ασφαλισμένους της να παράσχουν την συγκατάθεσή τους για την πρόσβαση από αυτήν σε προσωπικά δεδομένα της υγείας τους που τηρούνται από τρίτους και για την διαβίβαση αυτών σε τρίτους, ως αναγκαίου όρου - προϋποθέσεως για την καταβολή σε αυτούς ιατρικών εξόδων που αφορούν την υγεία τους, τιθέμενου στην οικεία εξοφλητική απόδειξη, ώστε ο ασφαλισμένος να μην μπορεί να εισπράξει τα ανωτέρω έξοδα - αποζημίωσή του, εάν δεν θα παρείχε την ως άνω συγκατάθεσή του, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. α` και 7 παρ. 2 εδ. α` του ν. 2472/1997. Επιβολή εις βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας των κυρώσεων που προβλέπονται από το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. β` του ανωτέρω νόμου

4.1.7.20.- ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ.
Συνιστά προσβολή η παράλειψη του υπευθύνου επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων να ελέγξει την ακρίβεια των δεδομένων που καταγράφει στο αρχείο του. Συλλογή και καταχώριση οικονομικών στοιχείων από την "Τειρεσίας Α.Ε." για λογαριασμό της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Εσφαλμένη καταχώριση δυσμενών οικονομικών δεδομένων (διαταγών πληρωμής) που αφορούν σε ανώνυμη εταιρεία. Προσβολή προσωπικότητας της εταιρείας.

4.1.7.21.-ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΓΝΩΣΕΩΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ. ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΕΥΛΟΓΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ . Δεν διαθέτει εύλογο ενδιαφέρον προς γνώση του πρακτικού του υπηρεσιακού συμβουλίου που περιλαμβάνει κρίσεις προϊσταμένων Τμημάτων και Διευθύνσεων του ΥΠΕΣΔΔΑ υπάλληλος άλλου Υπουργείου, απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, επειδή δεν έχει συμμετάσχει στη διαδικασία και δεν έχει τις προϋποθέσεις για να κριθεί από το υπηρεσιακό συμβούλιο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης του ΥΠΕΣΔΔΑ Η άρνηση χορηγήσεως του παραπάνω διοικητικού εγγράφου δεν μπορεί να θεμελιωθεί και στις διατάξεις του Ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

4.1.7.22.-ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ, ΝΑ ΣΥΛΛΕΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΡΙΤΟΥ με την προϋπόθεση ότι αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος του εντολέα τους και ότι για τα δεδομένα αυτά μπορεί να λάβει γνώση ο οποιοσδήποτε είτε από δημόσια προσβάσιμη αρχή είτε από νόμιμο αρχείο τηρούμενο από δικαστικές ή άλλες αρχές του δημοσίου τομέα, προκειμένου να υποστηρίξουν το έννομο συμφέρον ενώπιον δικαστικής αρχής. Η έκδοση ακαλύπτων επιταγών, η διαμαρτύρηση συναλλαγματικών και η έκδοση διαταγών πληρωμής δεν αποτελούν δεδομένα ιδιωτικής ζωής. Γι΄ αυτό, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος των κατηγορουμένων (μεταξύ τους και η δικηγόρος) για χρησιμοποίηση στο δικαστήριο στοιχείου που είχαν συλλέξει από την τράπεζα πληροφοριών "Τειρεσίας" κατά του αντιδίκου τους. Απαλλαγή για παραβίαση διατάξεων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.


4.1.7.23.-ΠΑΡΟΧΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΩΞΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (ΣΔΟΕ) Τα αρμόδια όργανα του ΣΔΟΕ, νομίμως λαμβάνουν γνώση των αιτουμένων στοιχείων, αφού, λόγω των ειδικών διατάξεων που τους διέπουν, έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου και της αποστολής τους, μη υποκείμενα σε περιορισμούς της νομοθεσίας περί απορρήτου και περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υποχρεούμενα όμως στην τήρηση των διατάξεων περί εχεμύθειας του άρθρου 72 του Υπαλληλικού Κώδικα, γι΄ αυτό οι όλες ενέργειές τους θα πρέπει να γίνονται μετά πολλής περισκέψεως και να καλύπτονται από μυστικότητα.


4.1.7.24.-ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΠΑΘΗΣΗΣ . Το αίτημα για χορήγηση στο σύζυγο αντιγράφων διοικητικών εγγράφων όπως π.χ. αποσπάσματα του συνταγολογίου του Ψυχιατρικού Τμήματος Πρωτοβάθμιας Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ από τα οποία να προκύπτει η πάθηση της συζύγου του προσκρούει στην κατά την παρ. 3 άρθρο 5 Ν 2690/99 τήρηση του ιατρικού απορρήτου. Το εάν, όμως, το εν λόγω ιατρικό απόρρητο υπολείπεται του ηθικού καθήκοντος και τούτο υπερτερεί εκείνου, όπως δέχεται η νομολογία, αφού εν προκειμένω τα αιτούμενα έγγραφα θα χρησιμοποιηθούν από τον αιτούντα σε εκδίκαση υπόθεσης επιμελείας τέκνων είναι θέμα ουσίας και θα πρέπει να αποφανθεί η αρμόδια Πρωτοβάθμια Μονάδα Υγείας του ΙΚΑ στην οποία πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση.

4.1.7.25.-ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ. ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ . Το αίτημα για χορήγηση της απόφασης του Δ/ντή του ΙΚΑ ή της γνωμάτευσης της ΑΥΕ σύμφωνα με την οποία ο συνταξιούχος πάσχει από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, ως διοικητικών εγγράφων, προσκρούει στην κατά την παρ. 3 άρθρου 5 Ν. 2690/99 τήρηση του ιατρικού απορρήτου. Το εάν όμως το εν λόγω ιατρικό απόρρητο υπολείπεται του ηθικού καθήκοντος και τούτο υπερτερεί εκείνου, όπως δέχεται και η νομολογία, αφού ο περί ου ο λόγος συνταξιούχος έχει τοποθετηθεί ως μόνιμος εκπαιδευτικός στο ΤΕΕ Σαλαμίνας, είναι θέμα ουσίας και θα πρέπει να αποφανθεί η αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, στην οποία πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση.


4.1.7.26.-ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ Προστασία του πολίτη από τη συλλογή και την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και ειδικότερα εκείνων που χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητα. Τέτοια δεδομένα είναι και εκείνα που αφορούν σε ποινικές διώξεις και καταδίκες προσώπου. Ευχέρεια της διοικητικής αρχής να αρνηθεί την ικανοποίηση δικαιώματος του δικαιουμένου, εφόσον καθίσταται δυσχερής η έρευνα αστυνομικών ή δικαστικών αρχών. Η αστυνομική αρχή δεν έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί σε οποιονδήποτε τα παραπάνω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κάποιου και όταν ζητούνται στοιχεία που αναφέρονται στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή προσώπων απαιτείται η σχετική αίτηση να κρίνεται από τον Εισαγγελέα.

4.1.7.27.-ΧΡΗΣΗ ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ
Χρήση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων από τον δημοσιογράφο της εκπομπής της δεύτερης εταιρείας που ανέλαβε την παραγωγή για την ερωτική ζωή του τραγουδιστή και του σχεδιαστή μόδας. Παράνομη επεξεργασία κατά τα άρ. 4 και 7 του ν. 2472/1997 η κατοχή, καταχώριση σε αρχείο και τηλεοπτική χρήση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του τραγουδιστή και του σχεδιαστή μόδας. Κυρώσεις 1) στην ΑΕ: α) διακοπή της επεξεργασίας και β) καταστροφή των ευαίσθητων δεδομένων των οποίων έγινε χρήση, 2) στο δημοσιογράφο. Επιβολή προστίμων στο δημοσιογράφο, τον εκπρόσωπο της εταιρείας και την ΑΕ για την παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων με τη μορφή τηλεοπτικής χρήσης.
4,1.7.28.- ΚΡΥΦΕΣ ΚΑΜΕΡΕΣ: ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΥΠΟΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΤΟΣΚΟΠΗΣΗΣ .
Την γνωστή υπόθεση του Δημοσίου προσώπου που ασκούσε δημόσια εξουσία ο οποίος υπέβαλε ανήθικες προτάσεις σε ενδιαφερόμενη για εύρεση εργασίας, η οποία τελικά μαγνητοσκόπησε και έστειλε το υλικό σε τηλεοπτική εκπομπή εκδίκασε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ζήτημα που τέθηκε στο ΣτΕ ήταν η βασιμότητα του πειθαρχικού παραπτώματος (παράβαση καθήκοντος), αν δεν ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο της βιντεοταινίας.
Κατά τη γνώμη του τμήματος του ΣτΕ, όχι μόνο οι ιδιώτες αλλά και τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι οι δημοτικοί άρχοντες οι οποίοι εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία από το λαό, έχουν δικαίωμα προστασίας και σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής σε βαθμό τέτοιο ώστε να διασφαλίζεται και σε αυτά μία σφαίρα «ιδιωτικότητας», ενώ στον πυρήνα της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις ιδιωτικής ζωής του ατόμου ανήκει αναμφίβολα και η ερωτική του ζωή
5.-.-Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ Η ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, εφόσον τούτο (δικαστήριο) θεωρεί, ότι τα στοιχεία αυτά συντελούν στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας.(βλ Εισαγγελική Πρόταση που έκανε δεκτή το Συμβούλιο Εφετών στο 984 ./2001 Βούλευμα) «..Το δικαίωμα αυτό έχουν, και ο ανακριτής ή οι προανακριτικοί υπάλληλοι, οι οποίοι, κατά τα άρθρα 251 και επ. Κ.Π.Δ., έχουν δικαίωμα να διενεργούν κατ' οίκον έρευνες, αλλά και σωματικές τοιαύτες, να προβαίνουν σε κατασχέσεις πραγμάτων, εγγράφων, τίτλων αξιών κ.λ.π. Περιορισμοί στη δράση αυτών δεν τίθενται, εκτός εκείνων που η ίδια η ποινική δικογραφία επιβάλλει. Τούτο, σαφώς προκύπτει από το άρθρο 251 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο "Ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι, οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαίτιους του, να εξετάζουν μάρτυρες και κατηγορουμένους, να μεταβαίνουν επί τόπου για ενέργεια αυτοψίας, να διεξάγουν έρευνες, να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο, για τη συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος". Οι ανωτέρω διατάξεις, αλλά και πλήθος άλλων που διέπουν το δικονομικό μας σύστημα, δεν κατηργήθησαν από τον νόμο2472.1997, ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς. Αν ο νομοθέτης είχε τέτοια βούληση, οπωσδήποτε θα εξεφράζετο ρητώς, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Αλλά ούτε και σιωπηρώς δύναται να συναχθεί τέτοια βούληση, διότι τυχόν επέκταση του άνω νόμου και στο πεδίον της ποινικής νομοθεσίας, κατ' ουσίαν θα εσήμαινε κατάργηση βασικών διατάξεων του Κ.Π.Δ., οι οποίες καθορίζουν τις διαδικασίες και τον τρόπο λειτουργίας των αρμοδίων οργάνων της Πολιτείας, για τη βεβαίωση του εγκλήματος και την επιβολή κυρώσεων. Θεμελιώδεις, όμως, διατάξεις του Κ.Π.Δ., είναι αδιανόητο να καταργηθούν σιωπηρώς. Διότι, κατάργηση αυτών, σημαίνει και κατάργηση του κράτους, δοθέντος ότι η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης αποτελεί άσκηση δικαστικής λειτουργίας, δηλαδή εξουσίας κατ' εξοχήν κρατικής. Στο κράτος, άλλωστε, ανήκει η ποινική αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα και η υποχρέωση ανακαλύψεως του δράστη αξιοποίνου πράξεως και η επιβολή κυρώσεων κατ' αυτού. Θα ήταν παράλογο, επομένως, τούτο, δια του ως άνω νόμου, να ήθελε τη σιωπηρή κατάργηση ουσιωδών διατάξεων του Κ.Π.Δ., η οποία θα οδηγούσε στη φίμωση της επ' ακροατηρίω αποδεικτικής διαδικασίας και στην παράλυση της προδικασίας. Με άλλα λόγια, είναι αδιανόητο το κράτος, του οποίου κυρία υποχρέωση είναι η εξασφάλιση στους πολίτες εννόμου τάξεως και ασφαλείας, να ήθελε την αυτοκαταστροφή του και την μετατροπή της χώρας σε ζούγκλα, στην οποία αναπόφευκτα θα οδηγείτο, αν η προστασία των προσωπικών δεδομένων των πολιτών, αξιολογείτο ως σημαντικότερο αγαθό από τη ζωή και την ασφάλεια αυτών. Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι κάθε νόμος εντάσσεται στο όλο σύστημα δικαίου της χώρας και εν σχέσει προς αυτό ερμηνεύεται. Δεν μπορεί, επομένως, ο νομοθέτης δια του ως άνω νόμου να ήθελε να ανατρέψει το δικονομικό σύστημα της χώρας μας, παραλύοντας την νόμιμη δράση κρατικών οργάνων, εντεταλμένων δια την ανακάλυψη, σύλληψη και τιμωρία των εγκληματιών, ούτε να καταστήσει την "αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", υπερσυνταγματική αρχή, η οποία θα εποπτεύει και θα καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας όλων των άλλων αρχών. Από αυτή, άλλωστε, την εισηγητική έκθεση του Ν. 2472/97, δεν προκύπτει πρόθεση επεκτάσεως των διατάξεων αυτού στο ποινικό και δικονομικό σύστημα της χώρας μας. Τουναντίον, σαφής είναι η βούληση του νομοθέτη, να διασφαλισθεί η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ανθρώπου και να προστατευθεί η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητός του, από τους κινδύνους συγχρόνου "φακελώματος" και της δημόσιας διασαλπίσεως στοιχείων, που αφορούν τον ίδιο.»


6.- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Α.- Η προστασία των προσωπικών δεδομένων ανάγεται σε συνταγματικά προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα, με το άρθρο 9Α Συντ. (πρβλ. και άρθρα 2 §1, 5 §1, 9 και 19 Συντ.).
Β.- Με το άρθρο 5Α § 1 Συντάγματος. το δικαίωμα πληροφόρησης-διαφάνειας συμπεριλήφθηκε στο Κεφάλαιο των Ατομικών Δικαιωμάτων. Η Αρχή της διαφάνειας συνδέεται με το δικαίωμα στην πληροφόρηση και εξειδικεύεται στη δυνατότητα των πολιτών να έχουν πρόσβαση στα έγραφα των διοικητικών οργάνων. Η Αρχή της διαφάνειας έχει στόχο τον ουσιαστικό έλεγχο της δράσης των δημοσίων αρχών, ενώ με το άρθρο 5 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) ορίζονται οι προϋποθέσεις πρόσβασης του πολίτη στα διοικητικά έγγραφα, που επιτρέπεται κατόπιν (γραπτής) αίτησης του ενδιαφερομένου και με τη συνδρομή «ευλόγου ενδιαφέροντος», προκειμένου περί δημοσίων εγγράφων ή «ειδικού εννόμου συμφέροντος», προκείμενου περί ιδιωτικών εγγράφων.
Γ.-Το δικαίωμα στην πληροφόρηση δεν συνεπάγεται και δικαίωμα στη δημοσιοποίηση της πληροφορίας ούτε ότι ο έλεγχος της διοικητικής δράσης έχει να κάνει με τη δημοσιοποίηση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Η ελευθερία στην έκφρασης και διάδοση των στοχασμών δεν μπορούν να υπερτερούν έναντι της προστασίας ευαίσθητων δεδομένων. Η απόλυτη αυτή θέση έχει από την Αρχή ερμηνευθεί ως μη εφαρμοζόμενη στα δημόσια πρόσωπα, με δικές μας έντονες επιφυλάξεις.
Δ.-Οι διατάξεις του ν 2472/1997,δεν εφαρμόζονται με αρκετές επιφυλάξεις, στις διαδικασίας ενώπιον των Δικαστηρίων και στην άσκηση των δικαιωμάτων ενώπιον της Δικαιοσύνης, όπως πχ στην ποινική διαδικασία και πχ δεν κατισχύουν της διατάξεως του άρθρου 241 Ποινικής Δικονομίας που καθιερώνει την αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως ,όπως και οι ρυθμίσεις για την λήψη αντιγράφων της ποινικής δικογραφίας (άρθρα 101,104,107,108 ΚΠΔ), δεν εφαρμόζεται όπου εφαρμόζονται διατάξεις περί δικηγορικού, ιατρικού απορρήτου.
Ε)Τα θέματα Ασφαλείας και δημοσίας τάξεως, όπως η χρήση βιομετρικών δεδομένων και καμερών παρακολούθησης, των γενετικών δεδομένων, είναι εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα που πρέπει να σταθμίζεται κάθε φορά το απειλούμενο αγαθό και δεν μπορούν τελικά να ανατρέπουν τον πυρήνα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
ζ) α.-Για να επιτραπεί η πρόσβαση τρίτου που έχει έννομο ενδιαφέρον, σε διοικητικά έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται προσωπικά δεδομένα, πρέπει να γίνεται εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και ταυτόχρονα του ν 2472/97, με παράλληλη εφαρμογή της ρήτρας στάθμισης. Πρέπει πάντοτε να γίνεται ιδιαίτερα προσεκτική εξέταση αν τα δεδομένα συνδέονται με την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή τρίτων ή τα ειδικά απόρρητα και αν είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα
β) Για τα ευαίσθητα δεδομένα πρέπει να ληφθεί άδεια της Αρχής
γ)Για τα λοιπά δεδομένα ,όπως και για τα ευαίσθητα πρέπει να ενημερωθεί το υποκείμενο , πριν ανακοινωθούν σε τρίτους.

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή η αποκλειστική εφαρμογή είτε του άρθρου 5 του ΚΔΔιαδ, είτε των διατάξεων του αν 2472/1997, πράγμα που μας υποχρεώνει σε συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων, με παράλληλη εισαγωγή της ρήτρας στάθμισης ,στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να πληρούνται οι Συνταγματικές διατάξεις .


ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ 3/6/2007

kerkyra

kerkyra